ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Ο άγιος Πέτρος ο Τελώνης (20 Ιαν.), που πέταξε ένα ψωμί εναντίον ενός φτωχού (& ο άγ. Ζακχαίος, ο μετανοημένος Τελώνης)...


"Η εικόνα είναι συγκλονιστική! Ο Χριστός και η Παναγία παρακαλούν έναν άνθρωπο να αλλάξει!" (Σχόλιο αναγνώστη στην αρχική ανάρτηση).

 Προσκυνητής
 
Ο Άγιος Πέτρος είχε το αξίωμα του πατρικίου κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527 - 565) και ήταν διοικητής της Αφρικής. Δυστυχώς ήταν άνθρωπος άσπλαχνος, ανελεήμων, πλεονέκτης και φιλάργυρος. Κάποτε προσήλθε σε αυτόν ένας φτωχός και του ζητούσε ελεημοσύνη. Τότε εκείνος άρπαξε έναν άρτο (δηλ. ψωμί), από εκείνους που εκείνη την στιγμή του είχε φέρει ο αρτοποιός, και σαν πέτρα τον πέταξε κατά του φτωχού ανθρώπου ["Ν": ο οποίος, πεινασμένος καθώς ήταν, τον άρπαξε κι έφυγε].
Με την χάρη του Θεού, κάποια στιγμή κράτησε στα χέρια του το Ιερό Ευαγγέλιο.
Από περιέργεια το άνοιξε, αλλά η ανάγνωσή του δεν τον άφησε αδιάφορο. Τότε άνοιξαν τα μάτια του. Και με ειλικρίνεια είδε τον πραγματικό του εαυτό. Με θλίψη είδε την αληθινή εικόνα της ψυχικής του καταστάσεως. Αμέσως ήλθε στον εαυτό του εφαρμόζοντας τον λόγο των Πατέρων: «Είσελθε στον εαυτό σου. Εκεί η χαρά και η βασιλεία». Στη μνήμη του και στη συνείδησή του έρχονταν οι φυσιογνωμίες των τελώνων του Ευαγγελίου, τους οποίους ο Χριστός έσωσε. Και, όπως εκείνοι, μετανόησε.
Τότε, σε ώρα ασθένειας, είδε όνειρο. Του φάνηκε ότι παρίστατο στην κρίση του Θεού, ο Οποίος άλλους δικαίωνε και άλλους καταδίκαζε. Εκείνη την ώρα της κρίσεως είδε κοντά του μια ζυγαριά. Στο αριστερό μέρος της ζυγαριάς έβλεπε να συγκεντρώνονται δαίμονες και να εναποθέτουν πολλές κακές του πράξεις, ενώ στο δεξιό του έβλεπε Αγγέλους να μην βρίσκουν κάποιο άλλο καλό να εναποθέσουν προς ισορροπία της ζυγαριάς, παρά μόνο τον άρτο εκείνο που πέταξε με θυμό κατά του φτωχού.
Αφού ξύπνησε, έλαβε τη μεγάλη και σωτήρια απόφασή του. Μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και έκανε έργο του να ανευρίσκει τους πάσχοντες και τους ενδεείς. Αλλά η χαρακτηριστικότερη απόδειξη της τέλειας και καλής αλλοιώσεώς του και της αυταπαρνήσεώς του είναι, ότι πούλησε σαν δούλο τον ίδιο του τον εαυτό και έδωσε τα χρήματα που πήρε στους φτωχούς. Αφού ανέκτησε την ελευθερία του πήγε στα Ιεροσόλυμα, για να προσκυνήσει τους Άγιους Τόπους, όπου σταυρώθηκε και αναστήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου. Και τέλος, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και οσίως κοιμήθηκε και ενταφιάσθηκε στην τοποθεσία του Βοός, στο πατρικό του σπίτι, πτωχός κατά κόσμον, αλλά πλούσιος σε αιώνιους θησαυρούς.


Δείτε επίσης:
Κυριακή του Ζακχαίου: Ο Χριστός μπροστά στο κάθαρμα που ρήμαζε το λαό!
«Δε μπορείς ν' αλλάξεις; Δες εμένα!»: Ευαγγελιστής Ματθαίος, ο πρώην Τελώνης...

Για την Κυριακή του Ζακχαίου διαβάζουμε από τον π. Θεμιστοκλή Μουρτζανό (εδώ & εδώ)


Πόσο αισθανόμαστε στη ζωή μας ότι χρειάζεται να έχουμε έναν προσανατολισμό; Να έχουμε έναν στόχο ο οποίος να μην περιορίζεται στο σήμερα, στις ανάγκες της επιβίωσης ή στην εκπλήρωση των θελημάτων μας, αλλά να βλέπει τη ζωή συνολικά και στην προοπτική του παρόντος κόσμο και στην προοπτική της αιωνιότητας;

Ποια είναι για μας η σημασία της παρουσίας του Θεού στη ζωή μας και ποια η σχέση Του με την ύπαρξή μας; Είναι εύκολο να δηλώνουμε ότι πιστεύουμε. Το δύσκολο είναι να κατανοούμε ότι επειδή πιστεύουμε μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε ότι οι άνθρωποι είμαστε «απολωλότες».
Αυτό σημαίνει ότι χάνουμε τον προσανατολισμό μας να πορεύεται η ζωή μας με κέντρο της τον Θεό και την αγάπη, την ελπίδα που η πίστη δίνει, να γνωρίζουμε ποιο είναι το θέλημα του Θεού σε κάθε περίσταση και μάλιστα στις λεπτομέρειες της ζωής μας, στον τρόπο που σκεφτόμαστε, που μιλάμε, που πράττουμε, τόσο στη σχέση μας με Εκείνον και επομένως με τη ζωή της Εκκλησίας, όσο και στη σχέση μας με τους συνανθρώπους μας.
Αντιθέτως, οι άνθρωποι αισθανόμαστε δυνατοί. Ακόμη κι αν καταλαβαίνουμε ότι σφάλλουμε, δεν είμαστε έτοιμοι να το παραδεχτούμε, αλλά ξεκινάμε από αυτούς που κατά τη γνώμη μας φταίνε, προκειμένου να δικαιολογήσουμε τον εαυτό μας και τα λάθη του. Έτσι το να ζήσουμε την κατάσταση του «απολωλότος» προϋποθέτει την επιλογή και την αρετή της ταπείνωσης. Έναν δρόμο που περνά μέσα από την θέαση της ζωής μας ως αποπροσανατολισμένης. Ότι προσπαθούμε να είμαστε οι μικροί θεοί του εαυτού και του κόσμου μας, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι το φως έρχεται από αλλού.

Είναι χαρακτηριστική η ιστορία του Ζακχαίου που μας διασώζει το Ευαγγέλιο.
Ο Χριστός εισέρχεται στην Ιεριχώ. Στην αναγγελία της είδησης αυτής όλοι σπεύδουν να Τον συναντήσουν. Τον ακολουθούν σε μία πορεία στην οποία προστίθενται κι άλλοι.
Ο μόνος που αισθάνεται ότι δεν μπορεί να Τον δει είναι ο αρχιτελώνης Ζακχαίος. Ο επικεφαλής των φοροεισπρακτόρων της πόλης, άνθρωπος άδικος, συκοφάντης, σκληρός. Ακούγοντας όμως την είδηση του ερχομού του Χριστού ο Ζακχαίος συνειδητοποιεί μέσα του ότι έχει χάσει τον προσανατολισμό του. Όχι της υλικής επιβίωσης ή της αυτάρκειας. Αυτά τα κρατά και μάλιστα με το παραπάνω. Έχει συντρίψει συναισθήματα και προσωπικότητες για να κερδίσει χρήματα. Φάνηκε ανελέητος. Όμως κάτι μέσα του τού λέει ότι είναι «απολωλός». Και ανεβαίνει στη συκομουριά, για να δει τον Ιησού, καθότι μικρόσωμος.
Προκαλεί την χλεύη όσων τον έβλεπαν. Όμως η αίσθηση του «απολωλότος» συνοδεύεται από την ταπείνωση. Ο ίδιος χαρακτήρας είναι. Σκληρός. Όπως δεν είχε συναισθήματα όταν αδικούσε, έτσι και τώρα. Τον αδικούν, αλλά δεν πτοείται. Μόνο που άλλαξε προσανατολισμό. Ήθελε να δει τον Ιησού. Και ο Χριστός ανταποκρίνεται στην επιθυμία του αρχιτελώνη καλώντας τον να κατεβεί από το δέντρο και του δηλώνει ότι ήρθε για να μείνει στο σπίτι του, όχι απλώς για να φάει το φαγητό του Ζακχαίου, αλλά για να μείνει για πάντα στο σπίτι της ύπαρξής του, καθότι άλλαξε προσανατολισμό. Όλοι οργίζονται με την επιλογή του Κυρίου. Όμως ο Ζακχαίος δηλώνει στο γεύμα ότι μοιράζει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στους φτωχούς, αποζημιώνει όποιον συκοφάντησε και ξεκινά μία νέα ζωή. Και ο Χριστός, αφού δηλώνει ότι ήρθε η σωτηρία στο σπίτι εκείνο, τονίζει: «ήλθε γαρ ο υιός του ανθρώπου ζητήσαι και σώσαι το απολωλός» (Λουκ. 19, 10). Ο Υιός του ανθρώπου ήρθε να αναζητήσει και να σώσει αυτούς που έχουν χάσει τον δρόμο τους.

 
Ο άγιος Ζακχαίος ως απόστολος (εκ των 70) και επίσκοπος 
Καισάρειας της Παλαιστίνης (από το μοναστήρι του, βλ. στο τέλος της ανάρτησης).

 Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην είναι «απολωλός». Άλλοι το γνωρίζουν. Άλλοι αδιαφορούν. Άλλοι πιστεύουν τόσο πολύ στον εαυτό τους, στην αυτάρκειά τους, στα αγαθά τους, ώστε να έχουν διαγράψει τον Θεό από τη ζωή τους, με αποτέλεσμα να πιστεύουν στις δικές τους δυνάμεις, στην εξουσία τους, στα χαρίσματά τους και να μην μπορούν να δούνε την αλήθεια της ζωής και το νόημά της. Πολλοί οι «απολωλότες», λίγοι οι Ζακχαίοι. Όποιος συνειδητοποιεί ότι έχει ξαστοχήσει στη ζωή του, ακολουθεί την οδό του Ζακχαίου. Είναι έτοιμος να ακούσει για τον ερχομό του Χριστού. Διαβάζει τον λόγο Του. Ανεβαίνει στο δέντρο της Εκκλησίας, για να έχει καλύτερη θέα τόσο της ζωής και του εαυτού του, όσο κυρίως του Χριστού που είναι πάντοτε πρόθυμος να κατοικήσει στο σπίτι της ύπαρξής του. Διότι μόνο μέσα στην Εκκλησία και στη ζωή της μας υπενθυμίζεται ο στόχος που καλούμαστε να έχουμε, δηλαδή η πορεία με γνώμονα την πίστη στον Θεό και ο αγώνας για εφαρμογή των εντολών Του και μπορούμε να διορθώσουμε τις αστοχίες μας στα μυστήριά της, ιδίως της μετανοίας.
Η οδός του Ζακχαίου είναι η οδός της ταπείνωσης. Είναι η οδός της αυτοκριτικής και της μετάνοιας. Η αίσθηση τελικά ότι η αγάπη δεν έχει διαμορφώσει την ύπαρξή μας, αλλά το «εγώ» κυριαρχεί. Όταν όμως έρχεται η ταπείνωση, χωρίς να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας και η προσωπικότητά μας, βλέπουμε τον κόσμο από μία άλλη ματιά, αυτή της σχέσης με τον Θεό. Και τότε ζητούμε το έλεός Του, για να κάνουμε μία καινούργια αρχή.

Το ενδιαφέρον της οδού του Ζακχαίου είναι ότι δεν είναι μόνο η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας. Ταυτόχρονα αλλάζει ο τρόπος που βλέπουμε τον πλησίον. Όταν αισθανόμαστε «απολωλότες», βλέπουμε πού αδικήσαμε τον άλλον, είτε υλικά είτε στις κρίσεις και τις εκτιμήσεις μας είτε στον τρόπο συμπεριφοράς μας. Αισθανόμαστε ότι επειδή είμαστε «απολωλότες», χρειάζεται να αποκαταστήσουμε την οδό της αγάπης στις σχέσεις μας με τον άλλο. Και το εκφράζουμε με τον τρόπο που ο Θεός αποδέχεται την μετάνοιά μας. Με την ελεημοσύνη, υλική και πνευματική. Δεν διαγράφεται η αδικία έτσι. Όμως απαλύνονται οι συνέπειές της. Και ο άλλος που αδικήθηκε, αλλά και ο λιγότερο ικανός να επιβιώσει και υλικά και πνευματικά, ο φτωχός, αισθάνεται ότι η σχέση μας με τον Θεό δεν είναι κλειστή, εγωκεντρική, αυτοδικαιωτική, αλλά ανοιχτή. Η αγάπη αγκαλιάζει τον άλλον μέσα στις ανάγκες του. Κι εμείς μπορούμε να ξεκινήσουμε από την αρχή.

Η οδός του Ζακχαίου, του «απολωλότος» έχει ως τελική δωρεά την σωτηρία και την αναγνώριση από τον Θεό ότι είμαστε παιδιά Του. Ο Θεός είναι ο Πατέρας μας και έτσι μας βλέπει. Εμείς, όντας «απολωλότες», έχουμε εναποθέσει στο περιθώριο την ιδιότητα του υιού και χρειάζεται να αφήσουμε τον Χριστό να κατοικήσει στις καρδιές μας για να μπορέσουμε την δωρεά της υιότητας να την ενεργοποιήσουμε.
Ο Χριστός δε λέει κάτι άλλο από το ότι ο Ζακχαίος είναι πάλι «υιός Αβραάμ» (Λουκ. 19, 9), δηλαδή παιδί πίστης στον Θεό. Ο «απολωλώς» ευρέθη. Ο Θεός εισήλθε να καταλύσει στο σπίτι της ύπαρξής του και εκείνος βρήκε την αληθινή του ταυτότητα, τον αληθινό του προορισμό. Εσώθη. Έγινε αυτό για το οποίο πλάσθηκε. Αυτό που ο Θεός μας έδωσε την ευκαιρία να ζήσουμε ερχόμενος στον κόσμο. Η ταπείνωση του Ζακχαίου, μπορεί πρόσκαιρα να επικρίθηκε από τους «καθαρούς» της εποχής, αλλά δικαιώθηκε από τον Θεό. Όχι με δόξα, αλλά με υιότητα. Ιδιότητα που κανείς δεν θα μπορούσε πλέον να του την αφαιρέσει. Και ο Ζακχαίος θα γίνει απόστολος του Χριστού, για να δώσει το μήνυμα της σωτηρίας σε όλα τα απολωλότα του κόσμου. Και σε μας! 


"Ν": Ο άγιος απόστολος Ζακχαίος γιορτάζει 20 Απριλίου.
Εδώ βλέπουμε την περίφημη συκομορέα του. Γι' αυτήν διαβάζουμε:

 
"...Σταματάμε, αρχικά, στο μοναστήρι του Αγίου Αποστόλου Ζακχαίου. Ο Ζακχαίος ήταν αρχιτελώνης και έζησε στην εποχή του Χριστού. Κάποια μέρα, ενώ ο Κύριος θα περνούσε από την Ιεριχώ, θέλοντας ο Ζακχαίος να Τον συναντήσει, ανέβηκε σε μια συκομορέα καθώς το ανάστημά του δεν του επέτρεπε να δει, λόγω του πλήθους. Τότε συναντήθηκε με τον Κύριο, μετανόησε για τις αδικίες που είχε διαπράξει, ενώ αργότερα χειροτονήθηκε και επίσκοπος Καισάρειας. Εκεί, λοιπόν, στο μοναστήρι του Αγίου μας υποδέχτηκε ο ηγούμενος, ο π. Φιλούμενος, ο οποίος είναι και Πατρινός στην καταγωγή. ...
Στον εξωτερικό χώρο του μοναστηριού βρίσκεται το δέντρο της συκομορέας, στην οποία είχε ανέβει ο Ζακχαίος για να δει τον Κύριο. Το δέντρο είναι προστατευμένο, ώστε να διατηρείται και να μας θυμίζει το περιστατικό. Δίπλα έχουν φυτρώσει κι άλλα τέτοια δέντρα, τα οποία είναι σπάνια και δεν τα συναντάμε σχεδόν πουθενά αλλού. Αφού,λοιπόν,  ευχαριστήσαμε τον πατέρα Φιλούμενο για τη φιλοξενία, φύγαμε για το επόμενο προσκύνημα..." 
 
Αρχιμανδρίτης Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου, ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΟΡΔΑΝΙΑ 9

Και:

Νεομάρτυρες της κρίσης 
Ηθικισμός στην Ορθοδοξία; Όχι ευχαριστώ! 
Η αμαρτία (χωρίς ηθικισμούς)
 
Άγιοι στις 22 Ιανουαρίου

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Τώρα, είναι τυχαίο ότι στην Αγκόλα έγινε ο Άγιος Ελευθέριος & στο Μαλάουι ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός;


Ή είναι ακόμη δύο δείγματα του απελευθερωτικού χαρακτήρα της Ορθοδοξίας, που βοηθά τους ανθρώπους ν' ανακτήσουν την αληθινή ελευθερία τους;

Το Ησυχαστήριο του αγίου Μάρκου Ευγενικού (19 Ιανουαρίου) στο Μαλάουι

Άγιος Ελευθέριος: ο άγιος της ελευθερίας και της απελευθέρωσης, λόγω του ονόματός του, αλλά και της ζωής του ως μεγαλομάρτυρα επισκόπου, νέου σε ηλικία, που αντιστάθηκε άοπλος στην πανίσχυρη και απάνθρωπη ρωμαϊκή αυτοκρατορία την πρώιμη χριστιανική εποχή.
Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, επίσκοπος Εφέσου: ο άγιος που αντιστάθηκε, σχεδόν μόνος, στην πανίσχυρη εξουσία του παπισμού και στις δυνάμεις της Δυτικής Ευρώπης, έχοντας πίσω του ένα παρηκμασμένο, φοβισμένο και πνευματικά υποδουλωμένο Βυζάντιο...
Σήμερα, εποχή νέας δουλείας για τους λαούς του πλανήτη (και τον δικό μας λαό), αυτοί οι άγιοι, και όλοι οι άγιοι, προσφέρουν εμπνεύσεις και μηνύματα αγώνα και απελευθέρωσης - πνευματικής, ηθικής (της ελευθερίας που δίνει ο Ιησούς Χριστός και η χριστιανική ζωή), αλλά και κοινωνικής, ακόμη και πολιτικής...

Παρακαλώ: 

Malawi, Hermitage of St Mark of Ephesus (Eugenikos = Courteous) : the saint who resisted to Western European imperialism in 15th century (January 19) 

Ουγκάντα – Κένυα: Η συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Αφρικής
 
Άγνωστοι Αφρικανοί άγιοι και μια πρόταση για τις Εκκλησίες του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας

Ιερείς της Μαύρης Αφρικής

Οι Πατέρες του Γενάρη & το διαχρονικό μήνυμά τους

«Αν σώσουμε την Ορθόδοξη Ιεραποστολή, εμείς θα σωθούμε»!...

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

A Greek saint, who went from village to village, compared the ancient wisdom of the Orthodox Christians with the culture of the West († 1861, January 18)...



Chief Seattle’s response to President Franklin Pierce in 1854, that he could not sell his people’s land because it does not belong to them but rather the people belong to it, has become a memorable piece of American history. In exactly the same time period, a Greek saint went from village to village saying exactly the same things to my people, the Greeks, who had just acquired their “own” state, but were being ruled by the powerful countries of Western Europe, who had dazzled them with their wealth and culture. This saint was called Christoforos Papoulakos (which means “dear old man”). The people in power captured him and he died in prison, but his words influenced our future. 

Icon: Elder Christoforos Papoulakos (here)

In 1977 the “Message of the Iroquois Confederation of the Six Nations to the Western World” was presented at the International Conference of Indian Nations in Geneva, under the auspices of the Non Governmental Organizations of the UN. In this message, the ancient wisdom of the Native Americans was compared against the utilitarian and invasive culture of the white men, the culture that now essentially rules the whole world and which in reality is only the culture of the Western white men, not ours. Similarly, the reproaches against Christianity included in this message, that “Rome is the real place that it is modeled after”; that it “de-spiritualized the world”, and that it “came to prominence with weapons”, refer to the false versions of Christianity that were created in the West, not to ancient Christianity or to Orthodoxy. A few years earlier, during the second world war, an Orthodox saint, imprisoned at the Nazi concentration camp of Dachau, the bishop Nikolaos Velimirovich, sent a moving message to all the people of Europe, wherein he too compared the ancient wisdom of the Orthodox Christians with the culture of the West, the same culture critiqued by our Iroquois brothers as well as every wise and thinking Native American. 

Click

Life of Saint Christoforos Papoulakos (site about him)

Orthodox Church & Capitalism: Orthodox Fathers of Church on poverty, wealth and social justice
Is capitalism compatible with Orthodox Christianity?
Grace and “the Inverted Pyramid”

Ινστιτούτο "Χριστοφόρος Παπουλάκος" και μια σοβαρή ιστοσελίδα γι' αυτόν

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Saint Macarius the Roman of Russia (August 15 & January 19)


Orthodox Church in America
 
Saint Macarius the Roman was born at the end of the fifteenth century into a wealthy family of Rome. His parents raised him in piety and gave him an excellent education. He might have expected a successful career in public service, but he did not desire honors or earthly glory. Instead, he focused on how to save his soul.
He lived in an age when the Christian West was shaken by the Protestant Reformation. While others around him were pursuing luxury and lascivious pleasures, he studied the Holy Scriptures and the writings of the Fathers. Saint Macarius was grieved to see so many darkened by sin and worldly vanity, and was disturbed by the rebellions and conflicts within the Western Church. With tears, he asked God to show him the path of salvation, and his prayer did not go unanswered. He came to realize that he would find the safe harbor of salvation in the Orthodox Church.
Saint Macarius left Rome secretly, and set out for Russia without money, and wearing an old garment. After many sufferings on his journey, he arrived in Novgorod, where he rejoiced to see so many churches and monasteries. One of these monasteries had been founded three centuries before by his fellow countryman, Saint Anthony the Roman (August 3).
Saint Macarius came to the banks of the River Svir, where Saint Alexander of Svir (April 17 and August 30) had founded the monastery of the Holy Trinity. Saint Alexander received Macarius into the Orthodox Church and tonsured him as a monk. Macarius, however longed for the solitary life. He moved to an island on the River Lezna, forty-five miles from Novgorod, where he engaged in ascetical struggles and unceasing prayer.

The winters were very cold, and the summers were hot and humid. The marshy area was also a breeding ground for mosquitos, which tormented the saint. Saint Macarius survived on berries, roots, and herbs. Sometimes bears would come to him for food, and they allowed him to pet them.
Such a great lamp of the spiritual life could not remain hidden for long. One rainy night someone knocked on his door and asked him to open it. Several people, who seemed to be hunters, entered his cell. Astonished by his appearance, and the divine light shining from his face, the men asked for his blessing. They told him they had come to the forest to hunt, and only by the prayers of the saint did God permit them to find him.
“It is not my sinful prayers,” he told them, “but the grace of God which led you here.”
After feeding them, he spoke and prayed with them, then showed them the way out of the marsh. Saint Macarius was concerned that his peace would be disturbed, now that his dwelling place was known. His fears were justified, because many people sought him out to ask for his advice and prayers.
The holy ascetic decided to move even farther into the wilderness, choosing an elevated place on the left bank of the Lezna. Even here, however, he was not able to conceal himself for very long. Sometimes a pillar of fire would rise up into the sky at night above his place of refuge. During the day, the grace of God was made manifest by a fragrant cloud of smoke. Drawn by these signs, the local inhabitants of the region were able to find him once more.
Some of his visitors begged Saint Macarius to permit them to live near him and to be guided by his counsels. Seeing that this was the Lord’s will, he did not refuse them. He blessed them to build cells, and this was the foundation of his monastery. 

In 1540, they built a wooden church dedicated to the Dormition of the Most Holy Theotokos. Saint Macarius was ordained to the holy priesthood by Bishop Macarius of Novgorod, who later became Metropolitan of All Russia. The hierarch also appointed Saint Macarius as igumen of the monastery.
Saint Macarius was an example to the others, and was given the gifts of clairvoyance and wonderworking from God. He wore himself out with his labors and vigils, encouraging others not to become faint-hearted in their own struggles.
After several years, he entrusted the monastery to one of his disciples, and returned to the island where he had first lived. There he fell asleep in the Lord on August 15, 1550. His disciples buried him outside on the left side of the Dormition church which he had founded.
The Hermitage of Saint Macarius was never a prosperous monastery with many monks, but it was distinguished by the high level of spiritual life. In the seventeenth century, many of the monasteries near Novgorod were plundered by Swedish invaders. The Hermitage of Saint Macarius was also burned in 1615, and some of the monks were put to the sword.
By the eighteenth century, the monastery had become a dependency of the Saint Alexander Nevsky Lavra in Saint Petersburg. The Empress Catherine closed it in 1764, just as she had closed other monasteries, and it was designated as a parish church. Although pilgrims still came to venerate the saint’s relics and to celebrate his Feast Day, the buildings soon fell into ruin.
In the mid-nineteenth century, some benefactors restored the two churches and the miraculous healing spring which the saint himself had dug. About this time an old priest was living there, and he celebrated the church services until his death. In 1894, the monastery began to function once more under the noted missionary Hieromonk Arsenius, who introduced the Athonite Typikon. The monastery was destroyed by the Soviets in 1932.
Saint Macarius the Roman is commemorated on August 15 (the date of his repose), and also on January 19 (his nameday). 

Click

To See Him Face to Face
Theosis (deification): The True Purpose of Human Life
Theosis, St. Silouan and Elder Sophrony
"Partakers of Divine Nature" - About Deification & Uncreated Light in Orthodox Church
Three Africans ancients saints: Anthony the Great (the Professor of Desert), Athanasius the Great & Cyril of Alexandria
Monasticism

Orthodox Christian Monasticism (videos)

The ancient Christian Church - About Orthodox Church in the West World...
Basic Points of Difference between the Orthodox Church and Roman Catholic Church
The Way - An introduction to the Orthodox Faith
Protestants ask: Why be Orthodox?

During the time that Luther and Calvin were formulating the Reformation... 
The Road to Rome? Why Orthodoxy Deserves a Look
Liturgy, Sacraments, & All That Jazz: Ten Reasons I Joined the Orthodox Church
Find an Orthodox Church in...

Άγιοι & μνήμες 17-21 Ιανουαρίου

 
  
   
 
 
   
 
 maximos

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Γιορτάζοντας τις 14 & 15 του Γενάρη!...


Οι άγιοι ασκητές που σκοτώθηκαν στο Σινά και τη Ραϊθώ (14 Ιανουαρίου)


Άγιοι Παύλος ο Θηβαίος & Ιωάννης ο Καλυβίτης (15 Ιανουαρίου)

Φλογισμένοι οδοιπόροι & ερημίτες στο Σινά!

  Μια Γυναίκα μόνη και μια ολόκληρη χώρα! (Αγία Νίνα η Ισαπόστολος της Γεωργίας)

Άγιος Σάββας, ο μεγάλος άγιος της Σερβίας και ιδρυτής της Μονής Χιλανδαρίου, του οποίου το άφθαρτο λείψανο έκαψαν οι Τούρκοι

 

Άγιος Πλάτων ο νεοϊερομάρτυρας, πρώτος επίσκοπος Εσθονίας, και όλοι οι άγιοι της Εσθονίας

Άλλοι άγιοι στις 14 Ιανουαρίου

Άλλοι άγιοι στις 15 Ιανουαρίου


To See Him Face to Face

 
“The self resides in the face.” – Psychological Theorist, Sylvan Tompkins


Glory 2 God for all things


There is a thread running throughout the Scriptures that can be described as a “theology of the face.” In the Old Testament we hear a frequent refrain of “before Thy face,” and similar expressions. There are prayers beseeching God not to “hide His face.” Very clearly in Exodus, God tells Moses that “no one may see my face and live.” In the New Testament, there is a clear shift. The accounts of Christ’s transfiguration describe His face as shining. St. Paul speaks of seeing God “in the face of Jesus Christ.” He also speaks of us gazing steadily on Christ “with unveiled faces.” Orthodox Christianity has a very particular understanding of the face, modeled in the holy icons. It is worth some thought and reflection.
In both Latin and Greek, the word translated as “person,” actually refers to the face, or a mask (as a depiction of the face). The face is not only our primary presentation to the world, and our primary means of relationship, it is also, somehow, that which is most definitively identified with our existence as persons. Developmental psychologists say that the face-to-face gazing of mother and child in the act of nursing is an essential building block in the development of personality and the ability to relate to others.
It should be of note that the Holy Icons are always depicted facing us, with some few, turned ever so slightly. Those “turned” faces are found on icons whose placement would have originally been on an iconostasis and are slightly turned so as to be acknowledging the Christ icon. The only figures portrayed in profile are Judas Iscariot and the demons (or those who are fulfilling those roles). In the art of the Renaissance, and subsequent, this treatment of the face disappears. The human figure is simply studied for itself, as art, the relational function of the icon having been forgotten.

The Orthodox understanding of salvation is reflected in this treatment of icons. St. Paul’s description of being transformed as we behold the face of Christ is an expression of true personhood. Our “face” becomes more properly what it should be as we behold the face of Christ. This “looking” is, to a degree, what we today would call a “relationship,” though, I think, it has more insight and import. “Relationship” has become a word that is almost completely vacuous, lacking in substance. I cringe these days when I hear conversations about our “relationship” with God.
With the face, and its implications for personhood, much more can be said. I cannot see the face of another without looking at them. To see your face, I must reveal my face. That face-to-face encounter is pretty much the deepest and oldest experience we have as human beings (first experienced with our mother in nursing). For the whole of our lives, our faces are the primary points of experience and reaction. We cannot truly know the other without encountering them face-to-face.

It is probably significant that art turned away from the face and toward the figure. The language of salvation as “not going to hell” or “going to heaven,” is, strangely, impersonal. The same is true of justification and the like. It easily sounds like a medical procedure, a treatment of the body (or worse).
Similar to the face is the treatment of names. In Revelation, the image of salvation is the giving of a new name. In the Old Testament, this same thing happens to Abram (Abraham) and Jacob (Israel). In their cases, a new name signals a change in them and a change in their status before God. By the same token, it has always struck me as deeply personal and touching that Christ sometimes had nicknames for his disciples: “Peter” (“Rock”) and “Boanerges” for James and John (the “Sons of Thunder”). I suspect there were others. In the Orthodox tradition, a child is named on the eighth day after birth, or, if later, at Baptism. The giving of a name at Baptism is also a very ancient part of Baptism in the West.
In these things, we must understand that we are “known.” We are known uniquely and not by reputation or reference. We are not in a category, nor are we the “objects” of God’s love. That we are being changed by beholding the glory of God in the face of Jesus Christ suggests that we have to look at him – directly. This is very much part of the meaning of true communion.
Psychologists describe the bonding between mother and child in nursing (and face-to-face) as communion:
Identification begins as a visual process, but quickly becomes an internal imagery process, encompassing visual, auditory, and kinesthetic scenes. It is that universal scene of communion between mother and infant, accomplished through facial gazing in the midst of holding and rocking during breast or bottle feedings, that creates the infant’s sense of oceanic oneness or union. (Psychology of Shame, Kaufman, pg 31)
I was somewhat staggered to find such a theologically compatible statement in a work of technical psychology. Sometimes scientific observation is simply spot-on.
As we grow older, we never again gaze into the eyes of a person as we once did with our mothers. Lovers are often drawn to the eyes of the beloved, and find a measure of communion, but wounds and injuries eventually interrupt the initial innocence of such eyes. The same is at least as true with regard to God.
Regarding the face of God, there is this very telling passage in Revelation:
 And the kings of the earth, the great men, the rich men, the commanders, the mighty men, every slave and every free man, hid themselves in the caves and in the rocks of the mountains, and said to the mountains and rocks, “Fall on us and hide us from the face of Him who sits on the throne and from the wrath of the Lamb! (Rev. 6:16)
It is of note that Revelation does not simply speak of the wrath of the Lamb, nor merely of His presence. It is specifically a fear of His face. Our experience of the face is an experience of nakedness and vulnerability. On the positive side, the result is identification, communion and oneness. On the negative side, it is the pain of shame and the felt need to hide. I can think of nothing else in nature that so closely parallels and reveals the fundamental character of our relationship with God. Salvation is communion. Sin is an enduring shame.
It is into this existential/ontological reality of sin/shame that Christ enters in His Incarnation, suffering and death. The depths of hell are everlasting shame and yet, He doesn’t hesitate to enter there in order to rescue us. Christ’s rescue of Adam and Eve in Hades are a final echo of the encounter in the Garden. They hid in shame, but He came looking for them. Then, He covered them with the skins of animals, but now He covers them in the righteousness of the Lamb who was slain. Then they were expelled from Paradise; now they are restored. Then, they fled from before His face; now they behold Him face to face – and rejoice.
When I pray before the icon of Christ, I notice that His gaze never changes. He does not hide Himself from my shame – but He bids me return my gaze to His. Unashamed, painless. You can find paradise in those eyes!

Click:

Theosis (deification): The True Purpose of Human Life
Theosis, St. Silouan and Elder Sophrony
"Partakers of Divine Nature" - About Deification & Uncreated Light in Orthodox Church
The ancient Christian Church - About Orthodox Church in the West World... 
Basic Points of Difference between the Orthodox Church and Roman Catholic Church
The Way - An introduction to the Orthodox Faith
Protestants ask: Why be Orthodox?
The Road to Rome? Why Orthodoxy Deserves a Look
Liturgy, Sacraments, & All That Jazz: Ten Reasons I Joined the Orthodox Church
Find an Orthodox Church in...