ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Μορφές πνευματικότητας του σύγχρονου Αθεϊσμού




Χρίστου Βασιλειάδη
Θεολόγου-Φιλολόγου.
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟ ΕΓΚΟΛΠΙΟ

Εισαγωγή

Με τον κατεστημένο τρόπο σκέψης, είναι βέβαια σχεδόν αυτονόητο, ο τίτλος του άρθρου να μοιάζει παράδοξος. Δεν είναι όμως κατά βάθος τέτοιος, παρά μόνο επιδερμικά και φαινομενικά.

Αντίθετα πάντως με την αντίληψη των περισσότερων πιστών, οι καλλιεργημένοι άθεοι της εποχής μας, όσο κι αν είναι ακόμη και υλιστές, κάθε άλλο παρά αρνούνται την ύπαρξη πνεύματος στον άνθρωπο. Οι άθεοί μας, λοιπόν, δείχνουν γενικά αρκετή διάθεση να δεχθούν την περίφημη εκείνη θεωρία του Teilhard de Chardin, σύμφωνα με την οποία η εξέλιξη του σύμπαντος γνώρισε μέχρι στιγμής τρεις κύριες φάσεις: την υλόσφαιραν, τη βιόσφαιραν και τη νοόσφαιραν. Αν, λοιπόν, κάτι αρνούνται οι άθεοι, αυτό μόνον είναι η ύπαρξη αθάνατης ανθρώπινης ψυχής, ικανής δηλαδή να ζήσει μια ζωή χωριστή απ΄ εκείνη του σώματος. Ομως δεν θέτουν γι΄ αυτό το λόγο υπό αμφισβήτηση και την πρωτοτυπία της νοοσφαίρας, ούτε το ότι μόνον ο άνθρωπος, απ΄ όλα τα όντα του σύμπαντός μας έχει πρόσβαση σ΄ αυτή.

Οπωσδήποτε δε κι αυτοί οι άθεοι επίσης θεωρούν ότι οι αλτρουϊστικές, ηθικές, αισθητικές, πολιτισμικές αξίες ανήκουν στη δικαιοδοσία του πνεύματος και ότι μ΄ αυτή τουλάχιστον την έννοια είναι, άρα, οπωσδήποτε πνευματικές.

Πολλοί, λοιπόν, απ΄ τους ίδιους αυτούς ανήγαγαν στον απόλυτο βαθμό τη μια ή την άλλη απ΄ αυτές τις αξίες. Αφιερώνουν μάλιστα συχνά όλες τους τις προσπάθειες, δηλαδή ακόμη και ολόκληρη τη ζωή τους, στην υπηρεσία του ιδανικού τους και φθάνουν έτσι σε μια υψηλή βαθμίδα ηθικής και πνευματικής τελειότητας. Ετσι, λόγου χάριν, διαβάζουμε ότι ο τάδε άθεος, γιατρός της Βόρειας Γαλλίας, δέχθηκε να πειραματισθεί πάνω στον εαυτό του το φάρμακο, απ΄ το οποίο έλπιζε πολλοί ασθενείς να βρουν μεγάλη βοήθεια. Κι αφού έτσι χρειάσθηκε να του ακρωτηριάσουν το ένα πόδι, αυτός συνέχισε με τον ίδιο ζήλο τα πειράματά του, οπότε χάνει στη συνέχεια το άλλο πόδι, αλλά κατόπιν και τα χέρια, για να πεθάνει τελικά μέσα σε αφόρητους πόνους. Και δεν είναι μοναδική η περίπτωσή του, διότι πάμπολλοι επιστήμονες και ερευνητές άθεοι αφιερώνονται ολοκληρωτικά σε προσπάθειες, απ΄ τις οποίες δεν έχουν να περιμένουν κανένα προσωπικό όφελος, τουλάχιστον υλικό. ΄Αλλοι πάλιν άθεοι αφιερώνουν τον εαυτό τους με την ίδια ανιδιοτέλεια αλλά και γενναιοψυχία στην υπηρεσία της επικράτησης της δικαιοσύνης. Έτσι, π.χ. κατά τη ναζιστική κατοχή σε πολλές χώρες, μεταξύ των τυφεκισθέντων αντιστασιακών υπήρχαν όσοι «πίστευαν στον ουρανό», αλλά και άλλοι που δεν πίστευαν εκεί καθόλου. Και στις δυό περιπτώσεις οι εκτελεσθέντες πέθαναν με την ίδια αφοβία και με την ίδια πεποίθηση στην αποτελεσματικότητα της θυσίας τους.

Επομένως, κάθε άλλο παρά καταχρηστικά μπορούμε να κάνουμε λόγο για πνευματικότητα τέτοιων αθέων. Αυτή τους δε η πνευματικότητα είναι, κατά περίπτωση, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητή και λίγο - πολύ διατυπωμένη με αξιώσεις ακόμη και θεωρητικά. Και άλλοι μεν αντλούν τα κίνητρα της δράσης και τη δικαίωση της ύπαρξής τους από το Μαρξισμό, άλλοι από τον Υπαρξισμό, κι άλλοι ακόμη και από τη φιλοσοφία του Nietzsche, για να μη κάνουμε λόγο και για την ψυχανάλυση του Freud ή τον επιστημονισμό του Rostand ή του Huxley.

Επομένως, δεν υπάρχει μια μόνο μορφή πνευματικότητας του αθεϊσμού, αλλά βέβαια πολλαπλές, οι οποίες μεταξύ τους διαφέρουν το ίδιο, όπως μεταξύ των θρησκευτικών μορφών πνευματικότητας διαφέρει π.χ. η χριστιανική από τη βουδδιστική ή η ισλαμική από την πολυθεϊστική των Ινδιών.

Οπως, λοιπόν, οι θρησκευτικές μορφές πνευματικότητας έχουν από κοινού την πίστη σε μια υπερβατική αρχή, το ίδιο οι αθεϊστικές συναντώνται σε κάποια βασικά αιτήματα.

Πρώτο απ΄ αυτά είναι βέβαια η άρνηση κάθε υπερβατικότητας και κάθε υπερεμπειρικής πραγματικότητας, στην οποία να οφείλει τάχα να αναφερθεί κατά τη δράση του ο άνθρωπος, κι από όπου να αναμένει επιβράβευση ή καταδίκη για τις πράξεις του. Το άτομο, έτσι, δεν θεωρείται υπεύθυνο παρά μόνο ενώπιον του εαυτού του και μπροστά στους συνανθρώπους του. ΄Ολοι δηλαδή οι άθεοι λίγο - πολύ υιοθετούν ρητά το περίφημο αξίωμα που διατύπωσε ο Karl Marx : «Μπρος λοιπόν, να κατασκευάσουμε το ύψιστο ον απ΄ τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο».

Μέχρι δε πρόσφατα, την πνευματικότητα αυτή όλων σχεδόν των αθέων την εχαρακτήριζε κυρίως η αντίθεσή της προς την κυριαρχούσα θρησκευτική πνευματικότητα της εποχής τους ή μιας κοινωνικής ομάδας.

Έτσι, στα μάτια μεν των τότε συγχρόνων τους και των επίσημων εκπρόσωπων της θρησκείας, έφθασαν να θεωρηθούν άθεοι π.χ. ο φαραώ Akh-el-Athon, «ο μεθυσμένος αυτός από τη θεότητα βασιλιάς», ο Σωκράτης, ο Μωάμεθ, ο Gandhi, αλλά κι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, καθώς και πολλοί απ΄ τους καλλίτερούς του μαθητές, που οι περισσότεροί τους θανατώθηκαν με βασανιστήρια και με την κατηγορία του αθεϊσμού ή της ασέβειας προς το Θεό.

Κοντύτερα δε σε μας και μέσα στο χώρο του Χριστιανικού μας πολιτισμού, πολλοί άνδρες και γυναίκες χαρακτηρίζονταν και κατηγορούνταν σαν άθεοι, μόνο και μόνο επειδή πίστευαν ότι η επικρατούσα θρησκευτική πίστη ήταν το κύριο εμπόδιο στην πραγματοποίηση εκείνου του ιδανικού της δικαιοσύνης, της προόδου και της ελευθερίας, που αποτελεί την ουσία της δικής τους πνευματικότητας.

Άλλωστε, η Εκκλησία δεν είχε συνδέσει τη μοίρα της με τη μοναρχία και τον καπιταλισμό και δεν αντιτέθηκε στην κοινωνική πρόοδο, αλλά και στην επιστημονική έρευνα; Και μόνο τα ονόματα του Κοπέρνικου και του Γαλιλαίου προκαλούσαν βρασμό ψυχής και αγανάκτηση στους παπούδες μας.

Στις μέρες μας πάλιν πολλοί καλλιεργημένοι άθεοι θέλουν να είναι και απόλυτα άθεοι, απορρίπτουν δε όχι μόνο μια συγκεκριμένη θρησκεία, αλλ΄ όλες συλλήβδην ακόμα κι εκείνα τα υποκατάστατα θρησκειών ή μυστικισμών όπως δηλαδή συγκεκριμένα λειτούργησαν, ως γνωστόν, για λογαριασμό της μάζας των απίστων ο κομμουνισμός, ο ναζισμός, ο φασισμός αλλά και ο ίδιος ο καπιταλισμός.

Στα μάτια, λοιπόν, τέτοιων θρησκευτικών υποκατάστατων, το νόημα της ζωής μέσα από τον αγώνα υπέρ μιας ιδεώδους κοινωνίας δεν είναι παρά η μετατόπιση του παλιού εκείνου ονείρου, ενός δηλαδή απραγματοποίητου παραδείσου. Και μέσα στον ίδιον τον αθεϊσμό ήταν που οι οπαδοί του ήθελαν ορισμένως να βρουν τους λόγους και τα κίνητρα για ζωή και ελπίδα.
 
Φωτο από άρθρο για "Εκκλησία αθεϊστών" στο Ντάλλας
Ο αθεϊσμός λοιπόν ώφειλε να μη αποτελεί μια απλή άρνηση των θρησκευτικών δογμάτων, αλλά επιπλέον να επεξεργάζεται και τη δική του αντίληψη για την ανθρώπινη ύπαρξη, να γίνεται δηλαδή ό,τι λέμε μια θετική πρόταση, αλλά και μια θετική πραγματικότητα. Και είναι μεν ανάγκη να αναγνωρίζουμε ότι μέχρι σήμερα αυτή τουλάχιστον η θέληση για οικοδόμηση ενός θετικού αθεϊσμού, ελεύθερου δηλαδή από κάθε μυστικισμό και προ παντός απ΄ τα υποκατάστατα του τελευταίου αυτού, δεν τήρησε τις υποσχέσεις της. Τα περισσότερα, λοιπόν, έργα τα αφιερωμένα στη δικαίωση του αθεϊσμού εμφανίζονται, αν μη αποκλειστικά, κυρίως όμως σαν κριτική των θρησκειών και των διαφόρων μορφών πίστης. Έτσι, λοιπόν, και ρωτήσει κανείς ένα άθεο το λόγο για τον οποίον είναι άθεος, ο τελευταίος αυτός θα αναφερθεί σχεδόν πάντα στο παράλογο των θρησκευτικών δογμάτων, και στην αδυναμία του να τα θεωρήσει αληθινά, κάθε φορά δηλαδή που δεν περιορισθεί ο ίδιος να καταγγείλει τη μετριασμένη αξία καθώς και την υποκρισία των πιστών που αυτός συμβαίνει να γνωρίζει ή νομίζει ότι γνωρίζει. Είναι λοιπόν φανερό, ότι ένας άθεος που θέλει να δώσει ένα θετικό περιεχόμενο στην ύπαρξή του, είναι υποχρεωμένος και να θεμελιώσει την πνευματικότητά του πάνω σε κάτι άλλο εκτός εκείνου του σχέτου, καθαρού και γνήσιου αθεϊσμού.

Εδώ, εξ άλλου, δεν υπάρχει και τίποτε που να μπορεί να μας καταπλήξει : Η απλή δηλαδή στέρηση ή άρνηση κάποιου πράγματος - και στην περίπτωση αυτή του Θεού - δεν μπορεί να επαρκέσει για να θεμελιώσει μια πνευματικότητα.

Η έκταση, έπειτα, του σύγχρονου αθεϊσμού είναι ένα απ΄ τα χαρακτηριστικά του, τουλάχιστον στις χώρες, όπου επικρατεί ο Χριστιανικός πολιτισμός. Διότι δεν αποτελεί πλέον εκείνος το χαρακτηριστικό μόνο κάποιων ατόμων, που είναι τρόπον τινά οι γνωστοί σαν οι αφορισμένοι, δηλαδή αποκομμένοι απ΄ την κοινωνία, ούτε και το προνόμιο μιας μειονοψηφίας, που όπως π.χ. τον 18ο αιώνα, θα εθεωρείτο ιδιαίτερα διαφωτισμένη. Ο αθεϊσμός έγινε τώρα ο κλήρος, αν μη της πλειονότητας των συγχρόνων μας, τουλάχιστον ενός μεγάλου ποσοστού των τελευταίων αυτών. Και τείνει να γίνει ο γενικός κανόνας της κοινωνικής ζωής.

Ενέχει πάντως ιδιαίτερη σημασία το να μη θεωρήσουμε σαν οπαδούς αυτής της αθεϊστικής πνευματικότητας και τη μάζα όσων στη ζωή τους η πίστη στο Θεό δεν έχει καμία θέση: αυτοί γενικά δεν έχουν βέβαια ούτε άθεη αλλ΄ ούτε και θρησκευτική πνευματικότητα, αφού οι πόρτες της νοόσφαιρας δεν έχουν ακόμη ανοίξει μπροστά τους.

Στις μέρες μας, λιγότερο από άλλες θλιβερές εποχές, η άθεη πνευματικότητα θεωρεί τον εαυτό της υποχρεωμένο να καταπολεμάει το Χριστιανισμό - είτε στο όνομα των φώτων του λογικού είτε σ΄ εκείνο της κοινωνικής δικαιοσύνης. Αλλ΄ επίσης και κάθε επιστήμονας ξέρει ότι σήμερα πλέον είναι πολυάριθμοι οι εξέχοντες εκείνοι σοφοί, που πιστεύουν στο Θεό και αποτελούν μέρος των ένθερμων πιστών του ποιμνίου μιας εκκλησίας, η οποία ούτε βέβαια πλέον τους καταδικάζει, ούτε πια δυσπιστεί σ΄ αυτούς.

Έτσι π.χ. και οι αγωνιστές υπέρ της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, απ΄ την πλευρά τους, γνωρίζουν όλοι τους ότι υπάρχουν ένθερμοι Χριστιανοί, που, όπως κι αυτοί, αφιερώνονται με τον ίδιο ζήλο στους ίδιους ιερούς σκοπούς. Όλοι μας επίσης ξέρουμε ότι σήμερα τόσο το πνεύμα της ελευθερίας όσο και της ανεξιθρησκείας βρίσκει όλο και λιγότερη αντίσταση μέσα στους κόλπους των εκκλησιών.

Επομένως, η άθεη πνευματικότητα τείνει επί τέλους από αρνητική να γίνει θετική με την έννοια ότι αντί να αποτελεί απλή άρνηση του χριστιανικού κόσμου των αξιών, προσπαθεί αυτή η ίδια να αποβεί εκείνος ο κόσμος αξιών, ο οποίος μπορεί θαυμάσια να εναρμονισθεί κατά ένα τρόπο τουλάχιστον μερικό με τον κόσμο αξιών του Χριστιανισμού.
Άριστη μελέτη για το φαινόμενο της αθεΐας

Εξ άλλου, η παρατηρούμενη εξέλιξη και του ελευθεροτεκτονισμού, ιδίως στις δυτικές χώρες έχει σ΄ αυτό το σημείο ιδιαίτερη σημασία.

Έτσι, ενώ κατά τον 18ον και 19ον αιώνα ο τελευταίος αυτός καταπολεμούσε την εκκλησία εξ αιτίας της κοσμικής της εξουσίας, της εχθρότητάς της προς το διαφωτισμό της λογικής και της κοινωνικής προόδου, και ενώ τότε ήταν περισσότερο αντικληρικαλιστικός παρά άθεος ο ελευθεροτεκτονισμός και απέρριπτε μεν τον καθολικισμό αλλ΄ εξακολουθούσε να ομολογεί πίστη εις το Θεό, δηλαδή στον Ιησού Χριστό, μόλις όμως κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ήταν που οι ελευθεροτέκτονες συγκρούσθηκαν με όλα τα δόγματα του Χριστιανισμού, αρνήθηκαν την ύπαρξη του Θεού, και βέβαια και τη θεότητα του Χριστού.

Συνέχιζαν πάντως αυτοί να θεωρούν ζήτημα τιμής τους την τήρηση των κύριων ηθικών απαιτήσεων του Χριστιανισμού με την ίδια αυστηρότητα με όση τις τηρούσαν οι άριστοι μεταξύ των πιστών, έχοντας την αξίωση ότι έτσι αποδεικνύουν ακριβώς άχρηστη την «υπόθεση για ένα Θεό» αναφορικά πάντα με την κοινωνικότητα και την εντιμότητα του ανθρώπου.

Σήμερα πια η πλειονοψηφία των ελευθεροτεκτόνων, και κυρίως οι νέοι, δεν δείχνουν καμιά εχθρότητα κατά του Χριστιανισμού. Συχνά μάλιστα έχουν φίλους μεταξύ των πιστών και δεν αρνούνται γενικά να τελέσουν ακόμη και το γάμο τους στην εκκλησία τουλάχιστον «για να κάνουν το χατήρι της πεθεράς τους» και να μη τη λυπήσουν ή και δεν θα έβλεπαν πάλιν τίποτε το ανάρμοστο στην παρουσία π.χ. θρησκευόμενων μέσα στις μασονικές στοές.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι ελευθεροτέκτονες έπαυσαν να είναι άθεοι. Αντίθετα μάλιστα, είναι άθεοι κατά τρόπο ριζοσπαστικότερο εκείνου των προγενέστερών τους, οι οποίοι μάλιστα, για να δείξουν χονδροειδώς την αθεΐα τους, έτρωγαν επίτηδες και επιδεικτικά τη Μεγάλη Παρασκευή λουκάνικα και θεωρούσαν ότι θίγονταν η αξιοπρέπειά τους με το να παρευρεθούν, έστω από λόγους κοινωνικής αβροφροσύνης και ευγένειας, σε κάποια θρησκευτική τελετή.

Στους σημερινούς πάντως ελευθεροτέκτονες, επίσημα τουλάχιστον, δεν τίθεται καν πλέον ζήτημα θρησκευτικό. Στην δε ιδιωτική και δημόσια διαγωγή τους δεν αναφέρονται καθόλου στις θεμελιώδεις αρχές της χριστιανικής ηθικής. Αλλού δηλαδή είναι που αναζητούν την αιτιολόγηση, τη δικαίωση και το λόγο ύπαρξής τους.

Μορφές αθεϊστικής πνευματικότητας
 

(Μέρος Β΄)

Η πνευματικότητα του σύγχρονου αθεϊστικού ορθολογισμού


Λούντβιχ Φόυερμπαχ
Όλοι οι δάσκαλοι της αθεϊστικής πνευματικότητας την απιστία τους, ως γνωστόν, τη θεωρούν θεμελιωμένη στο ίδιο το λογικό. Και κριτικάρουν μεν τη θρησκευτική πίστη από άποψη ιστορίας και επιστημών της φύσης. Ακόμη δε και φιλοσοφίες τόσο αντιορθολογιστικές, όπως του Nietzsche και του Sartre θεωρούν αποδεδειγμένο πια και ανεπίδεκτο αντίρρησης το ουσιώδες εκείνο μέρος των κριτικών του Feuerbach, του Marx καθώς και άλλων «επιστημονικών» αντιπάλων της θρησκείας. Στην πραγματικότητα όμως λίγοι σήμερα είναι οι καλλιεργημένοι άθεοι, που είναι τέτοιοι για λόγους αυστηρά ορθολογικούς. Τα ορθολογιστικά αντιθρησκευτικά επιχειρήματα δεν τους φαίνονται πια και τόσο δόκιμα παρά μόνο για τα υπαρξιακά κίνητρά τους προς απιστίαν. Οι άθεες, λοιπόν, μορφές πνευματικότητας, όπως άλλωστε και όλες οι άλλες, αποτελούν μίγμα ορθολογικού και συναισθηματικού στοιχείου, με γενική την υπεροχή του συναισθηματικού.

Η δε διαφορά ανάμεσα στις άλλες άθεες και στην κυρίως ορθολογιστική πνευματικότητα συνίσταται στο ότι οι πρώτες δεν ασχολούνται τόσο με την ίδια την αλήθεια, όσο με κάποιες άλλες ανθρώπινες αξίες, που θεωρούνται ότι τις αρνείται ή τις απειλεί η θρησκεία, ενώ η δεύτερη διακηρύττει τον εαυτό της ιδιοκτήτη της αλήθειας και κάτοχο της διανοητικής πια βεβαιότητας περί του ψεύδους της θρησκείας, κάθε δηλαδή θρησκείας.

Είναι δε γνωστόν, ότι το 18ο και το 19ο αιώνα η πνευματική ζωή της μεγίστης πλειονοψηφίας των αθέων διακήρυχνε ορισμένως ότι είναι ορθολογιστική. ΄Ετσι, στο όνομα αυτού του ορθολογισμού τόσο οι μνημονευθέντες ελευθεροτέκτονες όσο και άλλοι «φιλελεύθεροι» αγωνίζονταν κατά της επιρροής της Εκκλησίας και υπέρ της λαϊκοποίησης των σχολείων και άλλων δημοσίων θεσμών. Η επιστήμη εθεωρείτο τότε συνώνυμη των φώτων ενώ αντίστοιχα η θρησκεία, του σκοταδισμού. Και ενώ οι πιστοί πιάνονταν από αρχαίες βεβαιότητες - συμπεριλαμβανομένης της φυσικής του Αριστοτέλη και της αστρονομίας του Πτολεμαίου, - όσοι όμως προσχωρούσαν με ενθουσιασμό στις ανοιχτές προοπτικές της μοντέρνας επιστήμης, θεωρούσαν καθήκον τους να διακόψουν όχι μόνο με την αρχαία κοσμολογία και φυσική, αλλ΄ εξίσου και με τη θρησκεία, η οποία τόσο σ΄ αυτούς όσο και στους ίδιους τους πιστούς φαινόταν αχώριστη απ΄ αυτή την κοσμολογία και φυσική.

Αυτή δε η κοινή, δηλαδή η αμφίπλευρη πεποίθηση για μια ριζική αντίθεση ανάμεσα στην πίστη και την επιστήμη παρατάθηκε σχεδόν μέχρι περίπου το 1930. Και η σπουδή της φιλοσοφίας ακόμη δε περισσότερο των φυσικών επιστημών εθεωρείτο επικίνδυνη, αν όχι θανάσιμη, για την πίστη τόσο στα μάτια των πιστών όσο και των απίστων.

Οι δάσκαλοι λοιπόν του αθεϊσμού θεωρούσαν τον εαυτό τους ικανό και επιφορτισμένο με την αποστολή να απαλλάξει, αποδεσμεύσει και απελευθερώσει τα νεανικά πνεύματα που ήθελαν να νοιώθουν ότι ξεπερνούν όλες εκείνες τις επιβιώσεις των αρχαίων δεισιδαιμονιών. Και πολλοί ήταν αυτοί που έχασαν τότε την πίστη τους, ακριβώς δηλαδή κατά τη διδασκαλία της φιλοσοφίας. Σήμερα πια οι φιλοσοφικές σπουδές έχασαν, εν πολλοίς, τον χαρακτήρα τους σαν θανάσιμου κινδύνου για την πίστη.

Πολυάριθμοι, εξ άλλου, στις μέρες μας είναι οι επιστήμονες εκείνοι και οι διάσημοι φιλόσοφοι που ομολογούν αυθόρμητα και από μόνοι τους τη θρησκευτική πίστη.

Εν τούτοις, ο κυρίως ορθολογιστικός αθεϊσμός δεν έχει εξαφανισθεί ολότελα απ΄ τη σκηνή της σύγχρονης σκέψης. Πάντα έχει οπαδούς και μέσα στην πνευματική ζωή αυτής της εποχής παίζει ένα ρόλο που δεν μας επιτρέπεται ούτε να υποτιμήσουμε, ούτε και να αγνοήσουμε.

Πάντως, οι άθεοι ορθολογιστές, με σχεδόν σπάνιες εξαιρέσεις, αποδείχνονται σήμερα πολύ λιγότερο δογματικοί και επομένως πιο λίγο σίγουροι για τους εαυτούς τους παρά παλαιότερον. Σπανίζουν δε και όσοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η ανθρωπότητα θα μπορούσε να ζήσει ευτυχισμένη αλλά και ελεύθερη βάσει μόνο των νόμων του λογικού. Οι περισσότεροί τους, εξ άλλου, είναι μάλλον αγνωστικιστές παρά άθεοι. Δεν βεβαιώνουν δηλαδή την ανυπαρξίαν του Θεού και κάθε υπερφυσικής τάξης, αλλά περιορίζονται να κάνουν απλώς την παρατήρηση ότι πουθενά δεν βλέπουν καμιά επιστημονική απόδειξη για το Θεό.

Έτσι σαν οι εξοχότεροι εκπρόσωποι αυτής της ορθολογιστικής πνευματικότητας λόγου χάριν στη σύγχρονη Γαλλία πρόβαλαν ο συγγραφέας Jean Guéhenno [φωτο] και ο βιολόγος Jean Rostand. Στο πρόσωπο κυρίως του τελευταίου αυτού πολλοί νέοι διανοούμενοι βρήκαν το πρότυπο και ίνδαλμά τους. Όμως, έχει ιδιαίτερη σημασία το ότι ο ίδιος αυτός, ο κυριότερος δηλαδή δάσκαλος της ορθολογιστικής πνευματικότητας, ομολογεί ότι οι δικές του πεποιθήσεις δεν αποτελούν στην ουσία τους παρά άλλες μορφές «πίστης». Στο βιβλίο του δε με τίτλο : «Αυτό που πιστεύω», γράφει : «Ομολογώ ότι αναφορικά με κάποιες απ΄ τις γνώμες μου, δοκίμασα αμηχανία να τις δικαιολογήσω λογικά, και μάλιστα αυτές, στις οποίες είμαι περισσότερο προσκολλημένος και ιδιαίτερα βασισμένος». Γράφει επίσης : «Μέσα στα εσώψυχα και ενδόμυχά μου δεν δέχομαι ότι και όσοι πιστεύουν διαφορετικά από μένα έχουν λιγότερο ορθή κρίση και δεν λησμονώ πόσο εύθραυστες είναι γενικά οι γνώμες μας σαν ανθρώπων και πόση σχετικότητα τις χαρακτηρίζει». Αυτή η γλώσσα, που τη διακρίνει ταπείνωση, μετριοπάθεια όσο και σχετικότητα φαίνεται, αλήθεια, τόσο διαφορετική απ΄ εκείνη, που χρησιμοποιούσαν οι δάσκαλοι του αθεϊστικού ορθολογισμού άλλοτε, όπως π.χ. ο Renan, o Taine ή και ο Alain. Μπορεί δε αυτή ορθά και ακριβοδίκαια να θεωρηθεί χαρακτηριστική της νοοτροπίας των επιστημόνων της εποχής μας.

Ο Jean Rostand, επίσης, κάθε άλλο παρά πιστεύει ότι ο ορθολογιστικός αγνωστικισμός, που κατ΄ αυτόν είναι η μόνη νόμιμη επιστημονικά στάση απέναντι στο θρησκευτικό πρόβλημα, διαλύει την ηθική ή δίνει έδαφος για απελπισία ή και για αναρχία. Ο ίδιος δε, απ΄ την άλλη, δεν συμμερίζεται καθόλου τη γνώμη των μαρξιστών και άλλων κοινωνιολόγων, σύμφωνα με την οποία η ηθική είναι λίγο πολύ μια αυθαίρετη δημιουργία της κοινωνίας, η οποία και νοιάζεται για την αυτοσυντήρησή της μέσω αυτής της ηθικής.

Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, η ηθική έχει πολύ βαθειές και μάλιστα βιολογικές ρίζες, σε μόνη δε την ίδια την πράξη της ζωής υπάρχει ό,τι απαιτείται για την υπέρβαση ακριβώς της εγωιστικής εκείνης φιλαυτίας απ΄ την οποίαν βασικά και υποφέρει η ανθρωπότητα, διαπιστωμένα πια.

Ο Rostand, λοιπόν, είναι άθεος όχι γιατί τάχα απέδειξε την ανυπαρξία του Θεού, αλλά γιατί βλέπει ότι τίποτε στο επιστημονικό επίπεδο, το μόνο, κατ΄ εκείνον, έγκυρο και με αρμοδιότητα, δεν θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τη θρησκευτική διδασκαλία.

Είναι, λοιπόν, αυτονόητο, τόσο γι΄ αυτόν όσο και για όσους μένουν πιστοί στον ορθολογισμό, ότι μόνη η επιστημονική γνώση είναι ικανή να προσεγγίσει την αλήθεια, κι όταν ακόμα δεν πρόκειται παρά για εκείνη την κλασματική αλήθεια που, ως γνωστόν, θηρεύει η επιστήμη γενικά.


Η αθεϊστική μαρξιστική πνευματικότητα

Η αντιπροσωπευτικότερη όμως απ΄ όλες τις μορφές αθεϊστικής πνευματικότητας της εποχής μας είναι αναμφισβήτητα ο μαρξιστικός κομμουνισμός. ΄Εχει δε αυτός τα δόγματά του, τη δική του ηθική, τη λειτουργία του και εφοδιάσθηκε με τέτοια διοργάνωση, που πολλοί αρέσκονται να υπογραμμίζουν τις ομοιότητές της μ΄ εκείνην της καθολικής Εκκλησίας: με ιεραποστολική δηλαδή προπαγάνδα, με ιερά εξέταση, με συνόδους, με πίνακα απαγορευμένων βιβλίων, κ.λπ.

Η δε ψυχολογική ανάλυση πούγινε στον ίδιο τον Karl Marx και τους κύριους μαρξιστές δεν αφήνει καμία αμφιβολία πια για την καθαρά συναισθηματική υφή του αθεϊσμού τους. Σε αντίθεση δηλαδή μ΄ ό,τι πολλοί οπαδοί τους πιστεύουν, η συνεισφορά εκ μέρους του ίδιου του μαρξισμού στην ορθολογιστική κριτική της θρησκείας έχει πολύ λίγη σημασία, σπουδαιότητα και βαρύτητα. Κι αυτό διότι ο μαρξισμός συγκεκριμένα ιδιοποιήθηκε ουσιαστικά την εφαρμογή στο θρησκευτικό τομέα της εξελικτικής εκείνης θεωρίας της αλλοτρίωσης, που είχε ήδη διατυπώσει ο Feuerbach.

Ετσι, λοιπόν, στα πρώτα του γραπτά, ο Karl Marx μιλάει βέβαια με ενθουσιασμό και σχεδόν με λυρικό θαυμασμό για εκείνον τον Προμηθέα της μυθολογίας, που, ως γνωστόν, προσδεμένος σ΄ ένα βράχο διεκήρυσσε την περιφρόνησή του στους τιμωρούς του θεούς. Ο Marx δηλαδή βλέπει εδώ το σύμβολο εκείνου του ανθρώπου, που θέλει να πραγματώσει τον εαυτό του και που απευθύνει πρόκληση στους θεούς, οι οποίοι φαίνονταν να θέλουν να υποκαταστήσουν τον άνθρωπο αδρανοποιώντας και εκμηδενίζοντάς τον έτσι.

«Προτιμώ νάμαι προσδεμένος σ΄ αυτό το βράχο, κραυγάζει ο Προμηθέας, παρά να είμαι ο υπηρέτης του Δία πατέρα!». Επομένως, λοιπόν, αφ΄ ότου οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν πλήρως την ατομικότητά τους, οφείλουν να θέλουν να θραύσουν όλες τις αλυσίδες που δεσμεύουν την ελευθερία τους και μειώνουν την αξιοπρέπειά τους.

Σιγά - σιγά πάντως ο μαρξιστικός αυτός αθεϊσμός προσλαμβάνει ένα χαρακτήρα ειδικότερα πολιτικό και θέλει παράλληλα και συγχρόνως τον εαυτό του αυστηρά «επιστημονικό».

Αλλ΄ ακόμη κι όπως είναι σήμερα αυτός, αποδεικνύεται ότι συνεχίζει την προμηθεϊκή εκείνη εξέγερση και του νεαρού τότε μαθητή του Hegel, μια εξέγερση δηλαδή που ρίχνει τις ρίζες της βαθιά στον ασυνείδητο ψυχισμό αυτού του μαθητή, δηλαδή αυτού του ίδιου Marx, γυιού ενός φιλελεύθερου εβραίου της Ρηνανίας, πούγινε Χριστιανός περισσότερο από ιδιοτέλεια ελπίζοντας, με απατηλή ελπίδα, να ξεφύγει έτσι απ΄ τη μοίρα του σαν εβραίου.

Η κεντρική πάντως πρόταση του μαρξιστικού αθεϊσμού είναι και παραμένει η κατάλυση της θρησκευτικής αλλοτρίωσης.

Κ. Οπρισάν, ο φιλόσοφος & μάρτυρας 
στην κομουνιστική Ρουμανία
Πρόκειται συγκεκριμένα για ιδέα δανεισμένη απ΄ τον Feuerbach, αλλά που μέσα στη μαρξιστική πνευματικότητα κατέχει θέση άπειρα σπουδαιότερη παρά στις μάλλον αφηρημένες θεωρήσεις, που κάνει εκείνος, γνωστός σαν ο συγγραφέας της «Ουσίας του Χριστιανισμού». Ο μαρξισμός δηλαδή ακολουθώντας τον Feuerbach διδάσκει, ότι ο άνθρωπος δεν τολμά να ιδιοποιηθεί ακριβώς ό,τι το υψηλότερο υπάρχει μέσα στη δική του φύση. Το προβάλλει, λοιπόν, πάνω σε μια απατηλή πραγματικότητα, που την ονομάζει Θεό. Και αυτό δε που τελικά προέχει είναι να μάθουμε στους ανθρώπους να εκμεταλλεύονται αυτό το καλλίτερο μέρος του εαυτού τους, που το αλλοτριώνει ακριβώς η θρησκεία. Απ΄ τους κύριους δε, αν μη ο κυριώτερος, σκοπούς της κοινωνικής επανάστασης είναι, ακριβώς να επιτρέψει και διευκολύνει αυτή την ποθητή εκμετάλλευση απ΄ τον άνθρωπο της συνολικότητας της αληθινής ουσίας του.

Η θρησκευτική δε αλλοτρίωση στον ορθόδοξο μαρξισμό παρουσιάζεται σαν η πηγή και η μήτρα όλων των άλλων αλλοτριώσεων - και έτσι φαίνεται αληθινό το ότι ο μαρξισμός είναι λιγότερο μια κοινωνική και οικονομική ιδεολογία παρά μια μεταφυσική.

Ο Μαρξισμός, έπειτα, δεν αμφισβητεί ούτε και την σχετική τελειότητα ή και την ανωτερότητα του Χριστιανισμού σε σχέση δηλαδή με άλλες θρησκείες. Ακριβώς όμως : όσο πιο τέλειο συλλαμβάνει κανείς το Θεό, τόσο μεγαλύτερη θα προκύψει και η αντίστοιχη και συνοδευτική αλλοτρίωση που υφίσταται ο άνθρωπος. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι ο μαρξιστικός κομμουνισμός θεωρεί ότι πρέπει ο ίδιος να καταπολεμάει το Χριστιανισμό με πολύ μεγαλύτερη βία απ΄ ό,τι τις άλλες θρησκείες. Και ακριβώς γι΄ αυτό το λόγο δείχνεται ακόμα πιο εχθρικός ειδικά κατ΄ εκείνου του Χριστιανισμού, που εξακολουθεί να μένει πιστός στη γνήσια ευαγγελική έμπνευση παρά εναντίον του άλλου, του συμβατικού ή συμβιβασμένου Χριστιανισμού που ασπάζονται δηλαδή οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι «νομιμόφρονες» στοχαστές του.

Ο Feuerbach στο έργο του «Η ουσία του Χριστιανισμού» γράφει: «Αν η θειότητα της φύσης είναι το θεμέλιο όλων των θρησκειών, συμπεριλαμβανομένου του Χριστιανισμού, η θέωση όμως του ανθρώπου αποτελεί τον τελικό τους σκοπό. Η δε μεγάλη καμπή της ιστορίας θα είναι ακριβώς εκείνη η στιγμή, που ο άνθρωπος θα συνειδητοποιήσει ότι ο μόνος Θεός του ανθρώπου, δηλαδή ο μόνος Θεός για τον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος : Homo homini Deus (= ο άνθρωπος προς τον συνάνθρωπόν του είναι Θεός). Βέβαια ένα τέτοιο λεκτικό μοιάζει να σοκάρει, να ηχεί παράταιρα, κακόφωνα και παράφωνα, αφού φαίνεται υπερβολικά θρησκευτικό για ένα μαρξιστικό αθεϊσμό, ο οποίος πάση θυσία θέλει να είναι και να παραμένει αμόλυντος από τον ρύπον της θρησκείας και με καθαρότητα υλιστική σαν δηλαδή παρθενικός υλισμός. Αλλά διαδηλώνοντας ο μαρξισμός μαζί με τον ίδιο τον Karl Marx, ότι ο άνθρωπος είναι εκείνος που οφείλει να γίνει για τον άνθρωπο το ύψιστο ΄Ον, δίνει έτσι στον εαυτό του σαν επιδίωξή του την ίδια εκείνην του Feuerbach.

Και επειδή για το Μαρξισμό η θρησκεία αποτελεί την αιτία αλλά και το αποτέλεσμα της πολιτικής και οικονομικής αλλοτρίωσης, ο επαναστατικός αγώνας πρέπει να διεξαχθεί ταυτόχρονα και στα δύο μέτωπα, δηλαδή το θρησκευτικό και το πολιτικο - οικονομικό.

Για λόγους όμως τακτικής, μπορεί βέβαια κανείς να τονίσει άλλοτε την αντιθρησκευτική πάλη, και άλλοτε τον αντικαπιταλιστικόν αγώνα. Και μ΄ αυτή την ευκαιρία, θα είναι δυνατό στο Μαρξισμό, πάντα κατά περίπτωση, να συμμαχεί με τους «φιλελεύθερους αθέους» - εκ τούτου δε προέρχεται και η τακτική του «λαϊκού μετώπου».

Άλλοτε πάλιν θα κάνουν οι μαρξιστές έκκληση στις προοδευτικές χριστιανικές δυνάμεις, προκειμένου να καταπολεμήσουν εκείνο το μορμολύκειόν τους, δηλαδή τον καπιταλισμό : Εκ τούτου προκύπτει και η γνωστή πολιτική τους της «τεταμένης χειρός» προς τους πιστούς. Ποτέ όμως δεν ξεφεύγει απ΄ το οπτικό πεδίο του μαρξιστικού κομμουνισμού ότι εδώ πρόκειται για απλούς χειρισμούς και για τακτική και μόνο, που τους υπαγορεύει η μοναδική και πάντα ίδια στρατηγική του Μαρξισμού.

Ό,τι στην προσπάθειά του να καθορίσει τη δική του αντίληψη περί ανθρώπου και άρα τη δική του πνευματικότητα, επιρρίπτει ο Μαρξισμός στη θρησκεία και ιδιαίτερα στο Χριστιανισμό, είναι η υποτιθέμενη εχθρότητα, που ο τελευταίος αυτός τρέφει κατά της φύσης του ανθρώπου.

Γράφει, λοιπόν, ο Μαρξ : «Ο Χριστιανισμός θέλησε να μας ελευθερώσει από την κυριαρχία της σάρκας και από τις επιθυμίες μας, για το μοναδικό λόγο ότι τις θεωρεί σαν πράγματα ξένα σε μας τους ίδιους. Θέλησε δηλαδή να μας απαλλάξει απ΄ τις απαιτήσεις της φύσης μας, γιατί πίστευε, ότι η φύση μας δεν μας ανήκει». Γράφει επίσης : «Ο αγώνας κατά της θρησκείας συνεπάγεται, κατά μια κάποια αντανάκλαση, εκείνον κατά ενός κόσμου, για τον οποίο η θρησκεία αποτελεί το πνευματικό άρωμα». Απ΄ αυτό έπεται ότι ούτε συμβιβασμός ούτε ανεκτικότητα επιτρέπονται στις σχέσεις Μαρξισμού - Χριστιανισμού. Τόσον ο Μαρξ όσον και ο μαθητής του Λένιν διακήρυξαν βέβαια, ότι η θρησκεία πρέπει να θεωρείται «ιδιωτική υπόθεση», αλλά πρόκειται σ΄ αυτήν την περίπτωση για διεκδίκηση πάντα και μόνο μέσα στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας, όπου στα χρόνια τους η θρησκεία απολάμβανε γενικά πολυάριθμα δημόσια προνόμια. ΄Ομως ούτε στο εσωτερικό του κομμουνιστικού κόμματος, ούτε και στους κόλπους του κομμουνιστικού κράτους εθεωρείτο η θρησκεία ιδιωτική υπόθεση. Κι αυτό διότι πράγματι, ο Κομμουνισμός δεν είναι απλά μια νέα φιλοσοφία της γνώσης, αλλά αναλαμβάνει το έργο της ριζικής μεταμόρφωσης του κόσμου και του ανθρώπου.

Δεν θα του ήταν, λοιπόν, δυνατόν, όπως σ΄ εκείνους τους αθεϊσμούς του 18ου αιώνα, να περιορισθεί στην απλή καταγγελία του μάταιου και απατηλού χαρακτήρα της θρησκείας.

Η κριτική επί της θρησκείας πρέπει κατ΄ ανάγκην να γίνει και κριτική της κοινωνικής τάξης, που η θρησκεία της στα μάτια του Μαρξ θεωρείται το θεμέλιόν της κι αυτό γιατί μόνο μ΄ αυτή την προϋπόθεση μπορεί ο άνθρωπος να απαλλαγεί απ΄ τις αυταπάτες και να συμπεριφερθεί «σαν ώριμο και λογικό άτομο».

Τόχουμε πει κι όλας : «Η από κοινού φιλοδοξία όλων των σύγχρονων μορφών αθεϊστικής πνευματικότητας είναι η ποθητή εκείνη, όσο και νοσταλγική εξύψωση του ανθρώπου, κάτι δηλαδή που την εμφάνισαν σαν να προϋποθέτει τη ρήξη όλων των δεσμών, που αυτός στη διάρκεια της μακράς εξελικτικής διαδικασίας είχε σφυρηλατήσει συγκεκριμένα με την υπερβατική θεότητα. Εξ άλλου, ούτε οι μαρξιστές ούτε και οι οπαδοί πολλών άλλων μορφών άθεης πνευματικότητας αμφισβητούν ότι τόσον η θέληση για ελευθερία, όσον και η αξιοπρέπεια του μοντέρνου ανθρώπου σε σημαντικό μέρος της αποτελεί ομολογουμένως έργο του ίδιου του Χριστιανισμού».

Αλλά, κατά τους ίδιους, ο Χριστιανισμός δεν υπήρξε παρά μια μόνο «στιγμή» μέσα στο διαλεκτικό γίγνεσθαι της ανθρωπότητας. Σαν τέτοιος, δηλαδή, θεωρείται αυτός ότι κατά το παρελθόν προσέφερε μεν αυθεντικές υπηρεσίες. ΄Ομως και μόνον ο ισχυρισμός του ότι αποτελεί την απόλυτη και οριστική εκείνη αλήθεια, την προσαρμοσμένη δηλαδή σ΄ όλες τις εποχές και συνθήκες ύπαρξης, θεωρείται ότι αποτελεί εκείνη την κατασκευή απ΄ τον ίδιο το Χριστιανισμό μιας οπωσδήποτε συντηρητικής και αντιδραστικής δύναμης, προπαντός δηλαδή απ΄ τη στιγμή που οι πραγματικές συνθήκες ύπαρξης της ανθρωπότητας έχουν ήδη αλλάξει ριζικά.

Βέβαια, ο Μαρξισμός κονταροκτυπιέται και με τους εφημέριους - υπερασπιστές των χρηματοκιβωτίων και με τους πάπες - όργανα του ιμπεριαλισμού, αλλά εδώ δεν πρόκειται παρά για προπαγάνδα, που στοχεύει στην άγρευση των αγραμμάτων και την απόσπασή τους απ΄ την επιρροή της θρησκείας. Στην πραγματικότητα, τη θρησκεία σαν τέτοια και μάλιστα καθαυτήν είναι που, και με τις αγνότερές της προθέσεις, μορφές και πραγματώσεις και προ παντός μάλιστα τότε ακριβώς είναι που τη θεωρεί ο Μαρξισμός σαν ολέθρια αλλοτρίωση της ανθρώπινης ουσίας.

Συνέβη δε μάλιστα, βάζοντας αρκετό νερό στο κρασί τους, και το εξής φαινομενικά παράδοξο και οπωσδήποτε αντιφατικό αλλά διαφωτιστικό : να μιλούν δηλαδή οι επί κεφαλής του σοβιετικού κράτους - και με κάποιο θαυμασμό για τις πραγματώσεις ακόμη και του καπιταλισμού και αυτού του ίδιου του τσαρισμού. Έτσι π.χ. ο ίδιος ο Στάλιν, στην τελευταία φάση της ζωής του ευχαρίστως θεώρησε τον Ιβάν τον Τρομερόν καθώς και το Μεγάλο Πέτρο σαν τους προδρόμους του αλλά και ο Μάο-τσε-τουγκ δεν πήγε πίσω σ΄ αυτήν την επίδοση, όταν εξήρε εκείνο το μεγαλείο του Τζέγκις Χαν. Όλως διόλου όμως αντίθετα, όταν συγκεκριμένα πρόκειται για τη θρησκεία, τότε είναι που κάθε ηρεμία και γαληνότητα εξαφανίζεται απ΄ τον κομμουνιστή και ό,τι μιλάει μέσα του είναι μόνο μίσος και περιφρόνηση γι΄ αυτήν, κάτι που μαρτυρεί φανατισμόν και έλλειψη υπεύθυνης σχετικής πληροφόρησης. Κατά την κρίση μάλιστα του Λένιν, και αυτός ακόμη ο ίδιος ο Μαρξ, με το να ονομάζει τη θρησκεία απλά σαν όπιο για το λαό, της δείχνει έτσι ήδη, υπερβολική τιμή και αξία. Kατά τη γνώμη δηλαδή του Λένιν, ο Μαρξ βλέπει στη θρησκεία μόνο κάτι σαν «κακής ποιότητας βότκα», κάτι δηλαδή βλαβερό μεν, αλλ΄ υποφερτό, στο κάτω - κάτω της γραφής κάτι σαν αναγκαίο κακό και μόνο.

Επομένως δεν νομίζουμε ότι κάνουμε λάθος εάν βεβαιώσουμε ότι ο Μαρξισμός είναι λιγότερο μια οικονομική ή πολιτική θεωρία παρά μια νέα αλλά και άθεη πίστη, η οποία, ως εκ τούτου, αδυνατεί να είναι ανεκτική έναντι οιασδήποτε άλλης μορφής αντίπαλης και ανταγωνιστικής πίστης. Κάτι, δηλαδή, σαν αθέμιτος ανταγωνισμός στα πλαίσια της αγοράς.

Ωστόσον, ένας καλός μαρξιστής, αν και γεννημένος τον 20ο αιώνα, ψυχολογικά παραμένει άνθρωπος του 19ου αιώνα. Δηλαδή καχυποπτεύεται ό,τι είναι «συναίσθημα», γιατί αυτός θάθελε να ζήσει αποκλειστικά και μόνο σύμφωνα με το λογικό. Λίγο - πολύ ασύνειδα, έχει την τάση να εξορθολογικεύει κι ό,τι, τόσο στη ζωή του όσο και στις πράξεις του, πηγάζει αναντίρρητα απ΄ την πιο εξώφθαλμη, κτυπητή και χειροπιαστή συναισθημα-τικότητα. Ως προς τούτο, λοιπόν, μοιάζει αυτός καταπληκτικά μ΄ εκείνους τους Χριστιανούς που εδώ και ένα αιώνα, και αυτοί, απ΄ την πλευρά τους ισχυρίζονταν ότι η θρησκευτική πίστη αποτελούσε αποκλειστικό «ενέργημα του λογικού» και ευχαρίστως ειρωνεύονταν κι αυτοί εξ ίσου τον «ευσεβή εκείνο συναισθηματισμό» μιας μερίδας πιστών.

Αλλά και η ίδια η γνωστή τυφλή υπακοή του στρατευμένου κομμουνιστή στα συνθήματα του κόμματος, μας δίνει λαβή να κάνουμε τη σκέψη για την περίφημη εκείνη διατύπωση : «Πιστεύω ακριβώς επειδή αυτό είναι παράλογο», που συνήθως την εκτοξεύουν κατά της θρησκείας. Κι αυτό συμβαίνει, γιατί ο κομμουνιστής το βρίσκει φυσιολογικό όχι μόνο οι πράξεις αλλά και οι ενδότατες σκέψεις του να συμμορφώνονται χωρίς τον παραμικρό δισταγμό στην εκάστοτε τοποθέτηση ακόμη και παράλογη του κόμματος.

Στις ξακουστές δε δίκες εκκαθάρισης, που για μια εποχή έκαναν θραύση σ΄ όλες τις κομμουνιστικές χώρες, δεν περιοριζόταν το δικαστήριο στην απαίτησή του να ομολογήσουν οι κατηγορούμενοι πράξεις ένοχες, αλλ΄ ώφειλαν εξίσου να εξομολογηθούν αυτοί και τις «εγκληματικές» τους σκέψεις.

Και μέχρι μεν το 20ο Συνέδριο του σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος, οι κομμουνιστές απ΄ ολόκληρο τον κόσμο χωρίς αναστολές ελάτρευσαν σαν επίγειο θεό τους «τον μεγαλοφυή πατέρα των λαών», προκειμένου, όμως στη συνέχεια, χωρίς και πολύ δισταγμό, να προσχωρήσουν (ίσως κάποιοι με κάποια κρυφή ανακούφιση), στη νέα όσο και γνωστή εκείνη ερμηνεία των πράξεων και κινήτρων του Στάλιν.

Κοντολογής, στα μάτια του ψυχολόγου, ο κομμουνιστικός μαρξισμός εμφανίζεται, ανάμεσα στις μορφές άθεης πνευματικότητας της εποχής μας σαν αυτή που μοιάζει πιο πολύ σ΄ αυτές της ίδιας της θρησκευτικής πνευματικότητας. Και ναι μεν υπό φιλοσοφική έννοια, αυτή η μαρξιστική πνευματικότητα είναι οπωσδήποτε αθεϊστική, όμως ψυχολογικά βιώνεται απ΄ τους οπαδούς της ακριβώς σαν μια θρησκεία. Έτσι, όσοι, ακολουθώντας τον Berdiaeff, τοποθετούν τον κομμουνισμό επί της ευθείας γραμμής των χριστιανικών αιρέσεων, κάθε άλλο παρά φαίνεται να έχουν άδικο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια: