ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Φόρεσε ένα σακάκι και όπου βρεις εκκλησία σταμάτησε


Τι & πώς

Παράξενος καιρός, σε παράξενη χώρα αμήχανων ή -καλύτερα- αποσβολωμένων ανθρώπων.

Ένα δροσερό αεράκι, που αργότερα γίνεται κρύο και παγώνει τους ανθρώπους με τα κοντά μανίκια (κυρίως επειδή είναι παγωμένο το μέσα μας).
Δεν ακουμπάς στην άνοιξη που εκπνέει, δεν είσαι στο καλοκαίρι που δεν ήρθε, δεν ζεις σε ευνομούμενη πολιτεία, δεν υπάρχει καν πολιτεία, πολιτικοί αλλάζουν στρατόπεδα κατά την προσωπική τους βόλεψη, τα "πιστεύω" κουρελόχαρτα στο σκανδαλιάρικο αεράκι των ημερών -που παίζει με το ευμετάβλητο της γενικότερης εποχής-, στις εκκλησιές αυξάνονται τα αναμμένα κεριά, οι καρδιές έχουν αυξήσει σφυγμούς, οι νύχτες είναι πιο νύχτες από ποτέ, κανείς δεν μας αγαπά και κανείς δεν μας θέλει παρά ραγιάδες ή νεκρούς.




Οι άνθρωποι με τις γραβάτες δήμιοι ονείρων και στραγγαλιστές αναπνοών, τα συσσίτια η εσχατιά της αξιοπρέπειας πριν την πείνα και ένα γύρω να διακινούνται τα σενάρια για το αύριο που δεν θέλεις να ζήσεις.
Είχες φύγει. Θυμάσαι;
Ήταν όταν αποφάσισες πως σε κρατάει δέσμιο το παρελθόν, σε καταπιέζουν τα εικονάκια του παλιού κατηχητικού που σε βάζουν να μετανίζεις σε κυριακάτικη λειτουργία, σε κοιτούν "κάπως" οι βυζαντινοί άγιοι των αγιογραφιών και οι παπάδες "Τί να μας πουν τώρα. Ας κοιτάξουν τα χάλια τους".
Λευτερώθηκες είναι αλήθεια.
Όμως ορφάνεψε εκείνο το κομμάτι σου που σε έκανε να χαμογελάς με τη σιγουριά ενός Θεού που πάντα σε περίμενε να γυρίσεις από τις "επαναστάσεις", έμεινε μετέωρη η ευαισθησία που σε έκανε να ερωτεύεσαι δίχως υπολογισμούς και κείνο το σημαιάκι που κουρέλιασαν οι υποσχέσεις των δήθεν, τώρα σου έγινε οδύνη.
Σε άφησαν μόνο -πια- όσοι σε είχαν καλέσει στο πάρτυ.
Έσβησαν τα φώτα και έφυγαν και συ έμεινες στην ξεφτίλα μιας επιμηκυμένης νύχτας, φορτωμένος το καθήκον του ξημερώματος μπροστά σε άδεια μπουκάλια, άδειες ζωές και λόγια που κρύφτηκαν στα άπλυτα ποτήρια της σαμπάνιας (σιωπηλά πια και άδεια νοημάτων).
Ούτε τον διακόπτη δεν βρίσκεις και οι κραυγές σου πνίγονται από τα μαξιλάρια που το μεγάλο χέρι των προδοτών σφίγγει πάνω στο πρόσωπό σου, για να μην μιλήσεις, να μην ακουστείς, να μην υπάρχεις, όσο έχεις ακόμη φωνή.


 

Ένα πρωί θα βρεθείς άπνους και θα σε ονομάσουν σωσμένο πολίτη, ενώ στην πραγματικότητα θα είσαι απλά ένα ακόμη πτώμα, στο παγκόσμιο κρεματόριο.
Δεν το θέλεις αυτό!
Πάρε την "πρόοδό" τους (αυτή που σου έταξαν όταν σου χαμογελούσαν) και τρίψτην στα μούτρα τους.
Θα βρεις τον τρόπο.
Μην τους αφήνεις να σε αυτοκτονούν.
Γύρνα πίσω: Στις μνήμες που ξεπούλησες, στις Κυριακές που διέγραψες, στην Ελλάδα που δεν σε πρόδωσε, σε Κείνον που ακόμη στάζει το βαθύ βυσσινί αίμα της λευτεριάς σου.
Φόρεσε ένα σακάκι -κάνει ψύχρα το βράδυ- και νύχτα-νύχτα στρίψε τα σοκάκια που περπάτησες φεύγοντας.
Όπου βρεις εκκλησία σταμάτησε. Τα υπόλοιπα θα τα κάνει Εκείνος...


Για μια βολτούλα:
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: