ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Στις φυλακές της Ρουμανίας είδα τον Ιησού Χριστό


ΝΙΚΟΛΑΕ ΣΤΑΙΝΧΑΡΤ  

Το Ημερολόγιο της ΕυτυχίαςΤο Ημερολόγιο της Ευτυχίας κατασχέθηκε από την πολιτεία σε καιρούς ταραχώδεις. Ο συγγραφέας του Νικολάε Στάινχαρτ θεωρείται ο «Παπαδιαμάντης» της σημερινής Ρουμανίας. Ήταν Ρουμάνος εβραϊκής καταγωγής, μεγάλος ουμανιστής και κάτοχος τεράστιας φιλοσοφικής και λογοτεχνικής παιδείας. Πνεύμα ανήσυχο, στράφηκε μετά από πολλές αναζητήσεις στην Ορθοδοξία.
Φυλακίστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα όταν αρνήθηκε να υποταχθεί στις υποδείξεις του καθεστώτος και να καταθέσει σε βάρος αντιφρονούντων διανοουμένων. Σαν άλλος Ντοστογιέφσκι, μετέτρεψε τη φυλακή του σε σπουδή στην ανθρώπινη ψυχολογία. Η οδυνηρή εμπειρία του από τις ανακρίσεις, τα βασανιστήρια, το συγχρωτισμό με κάθε είδους ανθρώπους γονιμοποίησε τις ευρύτατες γνώσεις του με πείρα στην κοινωνιολογία, την πολιτική, την εγκληματολογία. Πέρασε τα στερνά του χρόνια ως μοναχός στη μονή της Ροχίας, και θεωρείται οδηγητική μορφή για τη σύγχρονη ρουμανική διανόηση.
Στο βιβλίο καταγράφει την πνευματική του περιπέτεια και αναζήτηση, τα βιώματά του, και στιγμές της ιδιαίτερα έντονης και ενίοτε τραγικής καθημερινότητάς του σε στενή συνάρτηση με ευρύτατες αναφορές σε όλη την ευρωπαϊκή γραμματεία. Στις σελίδες του, εξάλλου, περνούν και σκιαγραφούνται πολλές σκοτεινές σελίδες της πολιτικής ιστορίας της ανατολικής Ευρώπης του 20ού αι. και αποκαλύπτεται το μυστικό ενός επώδυνου δρόμου που οδηγεί στην ολοκλήρωση και την ευτυχία.
Από εκεί είναι το παρακάτω απόσπασμα. Το αλιεύουμε από ένα blog κυριολεκτικά θησαυροφυλάκιο, τα Άπαντα Ορθοδοξίας.

... Τη δεύτερη νύχτα κοιμάμαι τσακισμένος από την κούραση. Και τότε, εκείνη την νύχτα, αξιώνομαι να δώ ένα θαυμαστό όνειρο, μια οπτασία. Βλέπω τον Κύριο Ιησού Χριστό όχι προσηλωμένο στον σταυρό, άλλα σαν γιγάντιο φως —κατάλευκο και εκθαμβωτικό— και νιώθω ανείπωτα ευτυχισμένος. Το φώς με κατακλύζει από όλες τις μεριές, είναι μια τέλεια ευτυχία και εξαλείφει τα πάντα. Λούζομαι από εκτυφλωτικό φώς, πλέω σε φώς, βρίσκομαι μέσα στο φώς και σε έκσταση. Νιώθω πως θα διαρκεί αιώνια. «Εγώ είμαι», ακούω να μου λέει το φώς, όχι όμως με λόγια άλλα με τη σκέψη. «Εγώ είμαι», και το νιώθω με το νου και τις αισθήσεις. Νιώθω ότι είναι ο Κύριος και ότι βρίσκομαι κατάμεσα στο φώς του Θαβώρ. Δεν βλέπω απλώς το φώς, ζω μέσα στο φώς.

Μα πάνω απ' όλα νιώθω ευτυχισμένος, ευτυχισμένος, ευτυχισμένος. Είμαι ευτυχισμένος και το νιώθω και το λέω στον εαυτό μου. Και το φώς αυτό λες και είναι πιο λαμπρό από το φώς που εμείς ξέρουμε, λες και το φώς αυτό μιλάει και μου λέει ποιος είναι. Το όνειρο μου φαίνεται πως διαρκεί πολύ, πάρα πολύ. Η ευτυχία που νιώθω όχι μόνο διαρκεί συνεχώς, αλλά αυξάνεται ολοένα και περισσότερο. Αν το κακό δεν έχει τέλος, τότε ούτε και το καλό έχει όρια, ο κύκλος του φωτός που με περιβάλλει γίνεται ολοένα και πιο πλατύς, ενώ η ευτυχία, που στην αρχή με τύλιξε σαν μεταξένιο πέπλο, ξαφνικά αλλάζει τακτική, γίνεται δυνατή, πετάγεται και κατρακυλά πάνω μου σαν χιονοστιβάδα, η οποία (ενάντια στο νόμο της βαρύτητας) με σηκώνει ψηλά και κατόπιν ξανά αλλάζει τρόπους: Mε 
νανουρίζει τρυφερά και στο τέλος αμείλικτα με αντικαθιστά. Δεν υπάρχω πια. Αλλά όχι, υπάρχω. Μα τόσο δυνατός, που δεν αναγνωρίζω πλέον τον εαυτό μου.

Από τότε ντρέπομαι ανείπωτα για τον εαυτό μου. Για τις ανοησίες που έχω κακίες για τις βρομιές, για τις ιδιοτροπίες, για τις δολιότητες. Ντροπή. [...]

Σχόλιο του blog μας: Είναι, κατ' εμέ, φανερό πως ο συγγραφέας γεύτηκε την όραση του Ακτίστου Φωτός. Η εμπειρία του περιέχει όλα τα στοιχεία της όρασης αυτής, όπως περιγράφεται από τους αγίους διδασκάλους της Ορθοδοξίας. Το ίδιο Φως είδε και ο Αμερικανός βουδιστής ιερέας Nilus Stryker, ο οποίος στη συνέχεια ερεύνησε τη φύση του οράματός του και έγινε ορθόδοξος.
Για το Φως γράφουν: «Είμαι κορεσμένος από ηδονή και θεϊκή τρυφερότητα. Μοιράζομαι το Φως. Μετέχω κι εγώ στη δόξα. το πρόσωπό μου λάμπει σαν το πρόσωπο του αγαπημένου μου και όλα μου τα μέλη γίνονται φορείς του Φωτός» (άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος - από εδώ). Και: "Ενίοτε δυνάμεθα να παρουσιάσωμεν το Φως τούτο προς νεφέλην καλύπτουσαν την κορυφήν όρους, επί του οποίου ιστάμεθα: Η νεφέλη καθ' εαυτήν είναι έμπλεος Φωτός, αλλ' ημείς ουδέν βλέπομεν, ει μη μόνον αυτήν. Άπας ο λοιπός κόσμος δεν οράται. Κατά τον αυτόν τρόπον το Θείον Φως, αποκαλύπτον ημίν νέαν μορφήν πνευματικού είναι, αποκρύπτει από των οφθαλμών ημών την θέαν του υλικού κόσμου. Το Φως τούτο είναι ομοιόμορφον, ακέραιον, πλήρες βαθείας ειρήνης. Εν αυτώ η ψυχή θεωρεί την Αγάπην και την Αγαθότητα του Θεού. Όταν τούτο εκχέηται αφθόνως επί τον άνθρωπον, παύει ούτος να αντιλαμβάνηται την υλικότητα του περιβάλλοντος αυτόν χώρου, έτι δε και την του σώματος αυτού. Επί πλέον βλέπει εαυτόν ως φως. Το Φως τούτο έρχεται ιλαρώς, τρυφερώς, ούτως ώστε να μη παρατηρώμεν πως τούτο περιέβαλεν ημάς. Ουχί αίφνης, αλλ' ηρέμα ο κόσμος συνήθως "λησμονείται". Το φαινόμενον τούτο ομοιάζει προς ήρεμον επέλευσιν ύπνου εις φυσιολογικώς υγιά άνθρωπον. όμως, βεβαίως, δεν πρόκειται περί ύπνου, αλλά περί πληρώματος ζωής" (Γέροντας Σωφρόνιος, σε αυτό το αναλυτικό άρθρο για το Άκτιστο Φως). Δείτε & την ενότητά μας Ιστορίες Φωτός.

Και τώρα αξίζει να διαβάσετε ολόκληρη την αφήγηση του Ν. Στάινχαρτ, που περιγράφει συνθήκες μοναδικού & τραγικού μεγαλείου:

ΓΚΕΡΛΑ, Μάιος 1963

ΕΓΧΕΙΡΙΣΜΕΝΟΣ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ, τρομερά αδύνατος, μόλις που στέκεται στα πόδια του, δεν μπορεί να αρθρώσει δυο λέξεις, όλη την ήμερα ξαπλωμένος και σκεπασμένος με μια κουρελιασμένη κουβέρτα, βυθισμένος στην προσευχή, ο π. Χαραλάμπιε προσμένει το θάνατο.

Πού και πού όμως βρίσκει τον τρόπο και το κουράγιο να απαντά όταν τον ρωτούν κάτι. Ως μοναχός, φτάνει στο τέλος του επίγειου ταξιδιού του γεμάτος γαλήνη, αλλά όχι δίχως φροντίδες. Ως σώφρων άνθρωπος, που ετοιμάζεται για το άλλο, το μεγάλο ταξίδι, ξέρει πως για ένα τέτοιο ταξίδι πρέπει κανείς να φροντίσει για όλα από πριν, να ετοιμάσει τα απαραίτητα και να εφοδιαστεί με τη σκέψη ότι εκεί όπου θα πάει θα είναι καλύτερα να περισσέψει παρά να λείψει κάτι, όταν φτάσει στο τέρμα. Αφιερώνει και σ' εμένα λίγο χρόνο.


Τον κοιτάζω, του μιλάω και μέσα μου πλημυρίζει η πεποίθηση πως ο πόνος τελικά έχει νόημα, πως η ζωή ολόκληρη δεν μπορεί να μην έχει νόημα. Όπως πάντα με βασανίζει η φράση που είπε κάποτε ο Σαρτρ: «Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι», φράση η όποια δεν στερείται δύναμης ούτε και αλήθειας, ακόμα και θεολογικής. Ο Μερλώ Ποντύ συμπληρώνει: «Είμαστε καταδικασμένοι να δίνουμε στα πράγματα νόημα. Ο Σορίν Βασίλιε είπε: «Σημασία δεν έχει η πραγματικότητα άλλα η αλήθεια (η οποία είναι άλλο πράγμα) και το νόημα». Ο πατριάρχης Αθηναγόρας τέλος είπε: «Από τι πράγμα πεινάει ο σημερινός άνθρωπος; από αγάπη και από νόημα στη ζωή του».

Στον π. Χαραλάμπιε —σαν σε άγιο— σκέφτομαι να εκμυστηρευθώ (θα είναι ο πρώτος) δυο όνειρα που είχα δει στις φυλακές της Ζιλάβας, εδώ και ενάμιση  χρόνο στο κελί είκοσι πέντε.

Την πρώτη φορά είδα στο όνειρο μου τη μητέρα (πήγαινε πάντοτε στην εκκλησία του χωριού και μιλούσε τόσο τέλεια και γοητευτικά τα ρουμανικά) να με παίρνει από το χέρι και να με οδηγεί σ' έναν τοίχο μιας εκκλησίας του Κυρίου, έναν τοίχο πελώριο, ζωγραφισμένο ολόκληρο με αγίους και καλυμμένο με εικόνες. Με οδηγούσε προς τις ζωγραφισμένες μορφές και τις εικόνες και με προέτρεπε  να τις ασπαστώ.
Το δεύτερο όνειρο ήταν πιο συγκλονιστικό, και το λέω όνειρο, διότι δεν τολμώ να το πω αλλιώς.

Ήταν χειμώνας του '62, ένας χειμώνας πολύ άγριος, με το βοριά να λυσσομανά και τα χωριά αποκλεισμένα από το χιόνι. Ο συγγραφέας Οντομπέσκου στο βιβλίο του "Κυρία Κιάζνα" γράφει κάποια στιγμή: «Είναι θλιβερός και άγριος ο χειμώνας στην επαρχία». Άγριος και θλιβερός ήταν και ο χειμώνας στις φύλακα  της Ζιλάβας. Στο κελί εικοσιπέντε, στον δεύτερο τομέα, έκανε πολύ κρύο ["Ν": στη Ζιλάβα βρήκε φρικτό θάνατο και ο μεγαλομάρτυρας φιλόσοφος Κωνσταντίν Οπρισάν]

 
Ο Νικ. Στάινχαρτ (από εδώ)
Η μικρή ξυλόσομπα έχει ξεχαρβαλωθεί, δεν γίνεται να ανάψουμε ούτε μια τόση δα μικρή φωτίτσα με τα δυο τρία ξυλαράκια που καταφέραμε να βρούμε από τις 15 Δεκεμβρίου έως την 1η Μαρτίου. Η καπνιά μέσα στο κελί τυλίγει τα πάντα με ένα παχύ στρώμα, με μια παγωμένη μαυρίλα, η όποια συνεχίζει να απλώνεται και να σε τραβάει κοντά της. Τρεμουλιάζουμε από το κρύο, νιώθουμε πνιγμένοι από την βρόμα και πεινάμε φοβερά. Εξαιτίας του χιονιού έχει διακοπεί ό ανεφοδιασμός της φυλακής. Μας δίνουν ένα μικρό κομμάτι παγωμένη σούπα μια φορά την ήμερα και αυτό όποτε το θυμούνται. Νερό δεν υπάρχει άλλο. Το μικρό βαρέλι που χρησιμοποιούμε για τουαλέτα είναι ξεχειλισμένο. 

Παραδόξως το κρύο, αντί να εξουδετερώσει την οσμή των περιττωμάτων, την εξαγριώνει. Παραμονεύουμε να δούμε πότε θα φτάσει το φαγητό, σαν τα άγρια φυλακισμένα ζώα, των οποίων η τροφή και η τύχη είναι στα χέρια ενός ξεχασιάρη αφέντη. Το φαγητό, που φτάνει κάποια στιγμή τελικά, είναι από καλαμποκάλευρο, άβραστο και παγωμένο από το κρύο.

Σε μια ατμόσφαιρα παγωμένη, θλιβερή και λερωμένη καταφέρνω να παραμείνω ήρεμος. Το κελί είναι γεμάτο με κρατούμενους ευγενικούς και καθωσπρέπει. Δεν βλέπαμε όμως τα πράγματα τραγικά, σαν ευγενείς και εύθυμοι άνθρωποι που ήμασταν. Τέτοιους ανθρώπους μόνο στις φυλακές μπορούσε να συναντήσει κανείς εκείνη την εποχή, όπως για παράδειγμα ο βεσαραβιανός μεγαλοτσιφλικάς Τσιμποϊέσκου και άλλοι. 
 
Δίπλα μου κοιμάται ένας σοφέρ (είναι ο σοφέρ του Τσιμποϊέσκου). Τον έκλεισαν κι αυτόν στη φυλακή μαζί με το αφεντικό του και μάλιστα τον καταδίκασαν σε πολλά χρόνια φυλακή (όπως και τον Κέρτσιου, οδηγό του Αλιμανεστεάνου, γιατί πήγαινε τρόφιμα στον κύριο του, όταν εκείνος βρισκόταν σε κατ' οίκον περιορισμό στο Μπαραγκάν). Στο δικαστήριο φέρθηκε πολύ όμορφα, παραδέχθηκε ότι πιστεύει στον χριστιανισμό και ακολούθησε τον κύριό του στη φυλακή, έτσι όπως ακολουθούσαν τους σταυροφόρους οι ασπιδοφόροι σωματοφυλακές τους, στις σταυροφορίες, στους πολέμους και στους κινδύνους. 
Την καθημερινή ζωή της φυλακής πάντως με δυσκολία την υπομένει. Νευριάζει εύκολα και (όπως οι περισσότεροι απλοί άνθρωποι) υποφέρει από τον συνωστισμό, τη βρόμα και τις ελλείψεις, πιο πολύ απ' ότι οι διανοούμενοι και γενικά οι ευκατάστατοι. Τον ενοχλεί το τρομερό ροχαλητό του διπλανού. Με δισταγμό με παρακαλεί ν' αλλάξουμε θέσεις: να περάσω εγώ στη θέση του, πιο κοντά στην πηγή του ροχαλητού, και να 'ρθει εκείνος στη δική μου. Η απόσταση που κερδίζει απ' αυτή τη μετακίνηση είναι ασήμαντη από κάθε άποψη, άλλα ο άνθρωπος σε παρόμοιες καταστάσεις δημιουργεί αυταπάτες και, όταν τα πάντα εκτυλίσσονται στα όρια αντοχής του νευρο-ψυχικού κόσμου, τότε ακόμη και μια μικρή  μετακίνηση λίγων εκατοστών μπορεί να συμβάλει στον καθησυχασμό ενός ανθρώπου. Αλλάζουμε θέσεις.

(Για μένα είναι πιο εύκολο, γιατί στο κελί 80 στις φυλακές της Γκέρλας συνάντησα έναν μορφωμένο άνθρωπο, τον συνταγματάρχη Κ. Τσαράνου, το ροχαλητό του οποίου δεν πιστεύω να συναγωνίζεται κανείς σ' αυτό τον κόσμο. Ο θόρυβος που έβγαζε όταν ροχάλιζε ήταν τόσο τρομερός και ακαταμάχητος, που δεν υπήρχε περίπτωση να κοιμηθεί κανείς στο ίδιο δωμάτιο. Δεν ήταν θόρυβος ομοιόμορφος και συνεχής, άλλα μια σειρά από ανεξάντλητα μπουμπουνητά πάντοτε διαφορετικά, μια αληθινή γκάμα ενός καλλιτέχνη, του οποίου το στυλ ανανεώταν συνεχώς. Ύστερα από αρκετές εβδομάδες συμβίωσης κατάφερνες να κλείσεις για λίγο τα μάτια, άλλα στα κλεφτά, σαν τους καπετάνιους των πλοίων που δεν μπορούν να γλιτώσουν τελείως από τη ναυτία ακόμα κι αν περάσουν χρόνια από το τελευταίο τους μπαρκάρισμα.)
 
Τη δεύτερη μέρα, προς το βράδυ, ο σοφέρ κατευθύνεται και πάλι προς το μέρος μου και με περισσότερο δισταγμό αυτή τη φορά μου ζητά και πάλι να αλλάξουμε θέσεις. Θέλει να ξαναγυρίσει στην αρχική του θέση. Εκεί όπου κοιμήθηκε δεν του άρεσε, υπέφερε. Αλλάζουμε και πάλι θέσεις.
Την επόμενη μέρα, η κίνηση επαναλαμβάνεται.
Τη νύχτα φέρνουν στο κελί ένα νέο γκρουπ κρατουμένων, ένα πλήθος φύρδην μίγδην, το ένα κακό πάνω στ' άλλο. Αυτοί έλειπαν από δω μέσα. Πόσο θλιμμένα κοιτάζουν όλοι τους τριγύρω. Γιατί όμως; Έρχονται μήπως από φυλακές καλύτερες!
Φωτο: ο συγγραφέας του παρόντος Ν. Στάινχαρτ ως μοναχός

Δεν περίμεναν πάντως να τους δεχτούμε όπως τους δεχτήκαμε. Τους καλωσορίσαμε με ηρεμία και γελάσαμε όλοι με τα χάλια μας. Πού να τους βάλουμε όλους όμως να κοιμηθούν; Στριμωχνόμαστε όλοι μας για να εξοικονομήσουμε λίγο χώρο και γι' αυτούς. Ένας χώρος που τις πιο πολλές φορές υπάρχει μόνο μέσα στη φαντασία μας, σαν κι αυτόν που συναντά κανείς στη γεωμετρία. Μερικοί το μόνο που καταφέρνουν είναι να λαγοκοιμούνται σε κάτι πάγκους. Σε έναν κρατούμενο ογκώδη και εξοργισμένο (το πρόσωπο του οποίου φανερώνει κούραση και αρκετά βασανιστήρια) προσφέρω τη θέση μου, μιας και μαζί είναι αδύνατον να χωρέσουμε, αλλά και όσο να 'ναι στην κατάσταση που βρίσκεται έχει πιο πολύ ανάγκη τον ύπνο έστω και για δυο τρεις ώρες ανάπαυσης. Περνώ την υπόλοιπη νύχτα σ' έναν πάγκο.

Τη δεύτερη νύχτα κοιμάμαι τσακισμένος από την κούραση. Και τότε, εκείνη την νύχτα, αξιώνομαι να δώ ένα θαυμαστό όνειρο, μια οπτασία. Βλέπω τον Κύριο Ιησού Χριστό όχι προσηλωμένο στον σταυρό, άλλα σαν γιγάντιο φως —κατάλευκο και εκθαμβωτικό— και νιώθω ανείπωτα ευτυχισμένος. Το φώς με κατακλύζει από όλες τις μεριές, είναι μια τέλεια ευτυχία και εξαλείφει τα πάντα. Λούζομαι από εκτυφλωτικό φώς, πλέω σε φώς, βρίσκομαι μέσα στο φώς και σε έκσταση. Νιώθω πως θα διαρκεί αιώνια. «Εγώ είμαι», ακούω να μου λέει το φώς, όχι όμως με λόγια άλλα με τη σκέψη. «Εγώ είμαι», και το νιώθω με το νου και τις αισθήσεις. Νιώθω ότι είναι ο Κύριος και ότι βρίσκομαι κατάμεσα στο φώς του Θαβώρ. Δεν βλέπω απλώς το φώς, ζω μέσα στο φώς.

Μα πάνω απ' όλα νιώθω ευτυχισμένος, ευτυχισμένος, ευτυχισμένος. Είμαι ευτυχισμένος και το νιώθω και το λέω στον εαυτό μου. Και το φώς αυτό λες και είναι πιο λαμπρό από το φώς που εμείς ξέρουμε, λες και το φώς αυτό μιλάει και μου λέει ποιος είναι. Το όνειρο μου φαίνεται πως διαρκεί πολύ, πάρα πολύ. Η ευτυχία που νιώθω όχι μόνο διαρκεί συνεχώς, αλλά αυξάνεται ολοένα και περισσότερο. Αν το κακό δεν έχει τέλος, τότε ούτε και το καλό έχει όρια, ο κύκλος του φωτός που με περιβάλλει γίνεται ολοένα και πιο πλατύς, ενώ η ευτυχία, που στην αρχή με τύλιξε σαν μεταξένιο πέπλο, ξαφνικά αλλάζει τακτική, γίνεται δυνατή, πετάγεται και κατρακυλά πάνω μου σαν χιονοστιβάδα, η οποία (ενάντια στο νόμο της βαρύτητας) με σηκώνει ψηλά και κατόπιν ξανά αλλάζει τρόπους: Mε 
νανουρίζει τρυφερά και στο τέλος αμείλικτα με αντικαθιστά. Δεν υπάρχω πια. Αλλά όχι, υπάρχω. Μα τόσο δυνατός, που δεν αναγνωρίζω πλέον τον εαυτό μου.

Από τότε ντρέπομαι ανείπωτα για τον εαυτό μου. Για τις ανοησίες που έχω κακίες για τις βρομιές, για τις ιδιοτροπίες, για τις δολιότητες. Ντροπή.

Ο π.  Χαραλάμπιε με ακούει με προσοχή, δεν χαμογελάει, δεν ξαφνιάζεται. Mου απαντά λέγοντάς μου πως δεν πιστεύει ότι τα δύο αυτά όνειρα είναι [...]. Αντίθετα, με μακαρίζει. Μου ζητά όμως πολλή εχεμύθεια και ταπεινή αυτοκυριαρχία.
Κυρίως όμως μου ζητά (είναι δύσκολο, παραδέχεται κι εκείνος, να το καταλάβει αυτό κανείς, μα πρέπει, μου λέει, να προσπαθήσω) να τα δώ όλα ως φυσιολογικά, ως κάτι μη ξεχωριστό, κάτι το όποιο δεν πρέπει να με εμποδίσει και να με βγάλει από το δρόμο που έχω διαλέξει. Μου ζητά το πρώτο όνειρο το δώ σαν μια καλή σκέψη για τη μητέρα, σαν ένα χαιρετισμό. Όσο για το δεύτερο, μου λέει πως το έλεος του Κυρίου μας είναι αμέτρητο. Όταν περνά, συμβαίνει  η άκρη του μανδύα Του να αγγίξει κάποιον που κάνεις δεν περιμένει.

Κάνουμε κατόπιν και σχέδια για το μέλλον, ο π. Χαραλάμπιε όντας σίγουρος εκατό τοις εκατό πως θα πεθάνει κι εγώ εκατό τοις εκατό πεπεισμένος πως θα ζήσει...
Δεν περνούν όμως λίγες μέρες και προκαλείται μια δυνατή αιμορραγία, η οποία  τον ρίχνει κάτω ξανά. Ο γιατρός, που κρατείται κι αυτός στη φυλακή και κλήθηκε επίμονα, έφτασε δύσκολα και, αφού τον εξέτασε, μας κουνά αρνητικά το κεφάλι. Ο υπεύθυνος του κελιού τυλίγει τον Ιερέα με μια κουβέρτα, ενώ εγώ μαζί κάποιον άλλο κρατούμενο τον μεταφέρουμε μέχρι την πόρτα του κελιού απ' όπου (εμείς με πρόσωπο προς τον τοίχο και κρατώντας με τις παλάμες τα πρόσωπα  μας) οι φρουροί της φυλακής τον σηκώνουν από το χώμα και τον μεταφέρουν στο νοσηλευτήριο. Αργότερα μάθαμε πως πέθανε τη δεύτερη μέρα.

Το βίωμα του Ν. Στάινχαρτ για το βάπτισμά του ως ορθόδοξου στη φυλακή
(Από εδώ)

Όποιος βαφτίστηκε μικρός δεν ξέρει και δεν μπορεί να φανταστεί τι σημαίνει βάπτισμα. Πάνω μου έρχονται κάθε τόσο όλο και πιο συχνά κύματα ευτυχίας. Τελικά είναι αλήθεια ότι το βάπτισμα είναι άγιο μυστήριο, γιατί όντως υπάρχουν άγια μυστήρια. Διαφορετικά αύτη η ευτυχία που με κατακλύζει, με κυριεύει, με ντύνει, με νικά, δεν θα μπορούσε να είναι τόσο απίστευτα θαυμαστή και πλήρης. 

Ησυχία και τέλεια απάθεια. Για όλα. Αλλά και μια γλυκύτητα. Στο στόμα, στους μυς, σε όλο το σώμα. Και ταυτόχρονα μια καρτερία, μια αίσθηση πως θα μπορούσα να κάνω οτιδήποτε, ένα κίνητρο για να συγχωρέσω τον οποιονδήποτε, ένα χαμόγελο ανεκτικότητας που υπάρχει παντού (όχι μόνο στα χείλη). Κι ένα είδος τρυφερού αέρα τριγύρω, μια ατμόσφαιρα όμοια μ' εκείνη των βιβλίων που διάβαζα στα παιδικά μου χρόνια. Μια αίσθηση απόλυτης σιγουριάς και μια ατέλειωτη απομάκρυνση στην ηρεμία. Ένα χέρι που μου απλώνεται, ένα χέρι γεμάτο σοφία και καλοσύνη.

Είναι κι αυτή η αίσθηση του καινούργιου... Είμαι καινός [=καινούργιος] άνθρωπος. Από πού να έρχεται τόση φρεσκάδα και ανανέωση; Επιβεβαιώνεται στην Αποκάλυψη (21,5) «ιδού καινά ποιώ πάντα», δηλαδή, και τώρα όλα τα κάνω καινούργια, αλλά ο Παύλος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Όταν κάποιος είναι με τον Χριστό, είναι καινή ύπαρξη. Τα παλιά πέρασαν, όλα τώρα έγιναν καινούργια». 
 
Καινούργια έγιναν, μα δεν εκφράζονται με λόγια. Δεν βρίσκω παρά λέξεις συνηθισμένες, χιλιοειπωμένες, σαν κι αυτές που πάντα χρησιμοποιώ. Με περιβάλλει ένας κύκλος από  γνωστές λέξεις και από ιδανικά που βγαίνουν από την καθημερινότητα. Αν ρωτούσαν την κυρία Κοττάρ του Προύστ τι θα επιθυμούσε στη ζωή της, θα ζητούσε σίγουρα να γίνει η πιο πλούσια κυρία στη γειτονιά της. Ούτε που θα περνούσε από το μυαλό της να γίνει δούκισσα του Μορτεμάρ. Τα όνειρά μας πηγαίνουν μέχρι τον αμέσως επόμενο ουρανό. Υπάρχουν όμως κι αλλά ψηλότερα και ασύλληπτα πιο όμορφα όπως η θάλασσα του Ξενοφώντα όπως η στεριά του του. Τελικά το βάπτισμα είναι μια ανακάλυψη.
 
ΑΛΛΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
 
Ο Χριστός δε φαίνεται πουθενά ιδεαλιστής (Από εδώ)


Ο Χριστός δεν φαίνεται πουθενά ιδεαλιστής, σε όσα μας δίδαξε. Λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Τις πόρνες τις λέει πόρνες και την πορνεία, πορνεία. Ποτέ δεν προσπάθησε να μιλήσει με πλάγιο τρόπο και με μισόλογα. Έλεγε πάντα την αλήθεια, όσο σκληρή κι αν ήταν, σε οποίον κι αν απευθυνόταν. Αντιμετώπιζε τα ρήγματα, όπως τα αντιμετωπίζουμε μπροστά στο κρεβάτι του χειρουργείου ή μπροστά στο ικρίωμα. Καμία παρέκκλιση, καμία αυταπάτη, κανένα κουκούλωμα. Διότι, μόνο όταν έχουμε τη σκληρή πραγματικότητα μπροστά μας, μπορούμε να τρεμουλιάσουμε κι έτσι να της ξεφύγουμε και να αλλάξουμε ζωή.  

Για τον χριστιανό τα πάντα (τα λόγια, οι σκέψεις, οι πράξεις) είναι σαν να καταγράφονται σε μια ταινία, σ' ένα φιλμ. Η ταινία είναι μία και σ' αυτή καταγράφονται τα πάντα. Στο ξετύλιγμα της, στο τέλος, καθετί που ήταν σκεπασμένο, κρυμμένο, θα φανερωθεί, θα βγει στο φως και θα κάνει τον διάβολο να χαμογελάει, εκτός κι αν το έλεος του Κυρίου του έχει ετοιμάσει κάποια έκπληξη, ώστε να δουν όλοι μια ταινία στην οποία η μετάνοια και η συγχώρεση έσβησαν όλες τις αμαρτίες.

Και αφού τα πράγματα είναι έτσι, θα ήταν πολύ παράξενο κάθε συμπεριφορά, όσο ασήμαντη κι αν είναι, κάθε παράδειγμα (στο κελί μιας φυλακής, στο μπουντρούμι της Ασφάλειας κάτω από τη φοβερή λάμπα του ανακριτικού γραφείου), να μην έχει αξία απόλυτη.
 
***
Αλίμονό μας αν δεν υπήρχε στο ευαγγέλιο η παραβολή των εργατών του Αμπελώνα (από εδώ)


Αλίμονό μας, αν δεν υπήρχε στο Ευαγγέλιο η «παραβολή των εργατών του αμπελώνα» (Ματθ. 20).
Το γεγονός ότι δεν έχουμε να κάνουμε με έναν άδικο κριτή ούτε καν μ' ένα δίκαιο, αλλά με τον πιο μεγαλόψυχο κριτή, μας το δείχνει αυτή ακριβώς η παραβολή. Προσοχή, όμως, διότι πολλές φορές μπαίνουμε στον πειρασμό και προτιμάμε να μη δεχτούμε την πληρωμή, επειδή δεν θέλουμε να πληρωθεί το ίδιο και εκείνος που μπήκε στον αμπελώνα την τελευταία στιγμή. Κι όμως θα έπρεπε να δεχτούμε να πάρουμε αυτό που συμφωνήσαμε και να χαρούμε που μπόρεσε και κάποιος άλλος να πάρει μισθό, έστω και την τελευταία στιγμή.

Μας κάνει και αγανακτούμε πολλές φορές, όπως και τον μεγάλο γιο της παραβολής του Άσωτου, η στάση του Θεού απέναντι στους δικαίους. Για τον φρόνιμο και εργατικό γιο της παραβολής του Άσωτου, ποτέ ο πατέρας δεν θυσίασε ένα μοσχάρι σιτευτό γι' αυτόν και τους φίλους του, ποτέ δεν τους έδωσε την ευκαιρία για ένα τραπέζι, για μια διασκέδαση. Όλα τα θυσίασε, όλα τα έδωσε για τον άσωτο υιό.
Όλοι οι δίκαιοι αυτού του κόσμου, με το να διαμαρτύρονται, αποδεικνύουν πως δεν έχουν προσέξει τί διαβάζουν στην παραβολή του Άσωτου. Είναι αλήθεια πως γι' αυτούς δεν υπήρξε ποτέ ούτε μόσχος σιτευτός, ούτε τραπέζι, ούτε γλέντι, ούτε δακτυλίδι στο δάκτυλο... Μόνο που υπήρχε και που υπάρχει κάτι άλλο, κάτι πού αναφέρεται ξεκάθαρα στον 31° στίχο του 15ου κεφαλαίου του Κατά Λουκάν: «πάντα τα έμά σά έστιν», δηλαδή, ό,τι είναι δικό μου είναι και δικό σου.

Κάτι έχουν και οι δίκαιοι. Δεν είναι λοιπόν σωστό να κλαίγονται: έχουν ό,τι και ο Πατέρας.
 
***
Ο Χριστός δε μας ζητά να εργαζόμαστε με ωράριο, λες και είμαστε τράπεζα... (από εδώ)


Ο Χριστός δεν μας ζητά να εργαζόμαστε με ωράριο, λες και είμαστε τράπεζα. Δεν έχω χρόνο, λένε σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι. Ωραία δικαιολογία. Οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να κάνει κάποιος το καλό. Όπως η βασιλεία του Θεού θα έρθει εκεί που κανείς δεν το περιμένει, έτσι και οι πράξεις που την προαναγγέλλουν δεν λογαριάζουν όρους και συμφωνίες.

Δεν είναι αρκετό για μια φιλία να πει κανείς "θα σε βοηθήσω αν μπορέσω"! Φίλος αληθινός είναι εκείνος που βοηθάει χωρίς το ρήμα βοηθάω να χρειάζεται προσδιορισμούς επιρρηματικούς, χρονικούς, τροπικούς ή χρονικούς. Πόσο άρεσε στον Κύριο να μας αποκαλεί φίλους Του!

Από την παραβολή των ταλάντων προκύπτει ότι ό άνθρωπος, που έφυγε για ταξίδι μακρινό και κάλεσε τούς δούλους του και τούς παρέδωσε την περιουσία του, είναι ο ίδιος ο Θεός. Στον δούλο που, επιστρέφοντας το ένα τάλαντο (όσο ακριβώς είχε πάρει), είπε στον κύριο του: «κύριε, έγνων σε ότι σκληρός ει άνθρωπος, θερίζων όπου ουκ έσπειρας και συνάγων όθεν ου διεσκόρπισας», δηλαδή, Κύριε σε ήξερα άνθρωπο σκληρό, που θερίζεις εκεί όπου δεν έσπειρες και μαζεύεις εκεί όπου δεν σκόρπισες, ο Κύριος άπαντα επιβεβαιώνοντας και επαναλαμβάνοντας το χαρακτηρισμό. (Ματθ. 25, 24) Αμέσως μετά όμως ακολουθεί η έξης παράδοξη φράση: «τω γαρ έχοντι παντί δοθήσεται και περισσευθήσεται, από δε του μη έχοντος και ό έχει άρθήσεται απ' αυτού», δηλαδή, στον καθένα που έχει θα του δοθούν και άλλα και θα περισσέψουν, από εκείνον όμως που δεν έχει θα του αφαιρεθεί κι αυτό που έχει.

Προκύπτει λοιπόν ότι με τον Θεό δεν μπορούμε να βασίζουμε τη σχέση μας πάνω σε ιδέες που έχουμε φτιάξει εμείς οι ίδιοι οι άνθρωποι σχετικά με το τί είναι δίκαιο και τί σωστό. Προκύπτει επίσης ότι η σχέση μας με τον Θεό δεν πρέπει να βασίζεται σ' ένα λογιστικό du ut des στο οποίο εμείς θα πιστεύουμε εσαεί και στο οποίο μάλιστα θα είμαστε οι παθητικοί αποδέκτες.

Ο Θεός θερίζει εκεί oπου δεν έσπειρε, κι αυτό σημαίνει oτι πρέπει να δώσουμε κι εμείς κάτι από τον εαυτό μας, πρέπει με άλλα λόγια να παίρνουμε πρωτοβουλίες για να κάνουμε το καλό. Το να λέει κάποιος: "γιατί, τί κακό έκανα; δεν έκανα κακό σε κανέναν, κάνω ό,τι μπορώ", αυτό δεν είναι παρά στάση χασμουρητού, η οποία βρίσκεται σε τελεία αντίθεση με αυτό που ζητά ο Κύριος στην παραβολή των ταλάντων και φανερώνει ότι δεν καταλάβαμε πόσο βαρύ αμάρτημα είναι να είναι κανείς τεμπέλης, πόσο σοβαρή είναι για τον Θεό η προτροπή: ο ουρανός καταχτιέται, ούτε πόσο επίμονη προσπάθεια και πόθος απαιτείται για το «αδύνατον» ακόμα και γι' αυτό το πραγματικά αδύνατον.

Ο Θεός δεν αστειεύεται: «Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου, και δεύρο εις γην ην άν σοι δείξω», «Άρον τον σταυρόν σου», «Ακολουθεί μοι», «Αγρυπνείτε», «Άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει».

Ο Θεός δεν μας θέλει ξάπλα. Δεν θέλει το βόλεμα, τις ανέσεις, την καλοπέραση, το ονειροπόλημα. Ούτε μπορεί να αποτελέσει πρόφαση η ασθένεια και η τρέλα. (Ακόμα και η συκιά δεν αποτέλεσε εξαίρεση.)

Η Μάρθα τότε γιατί επιπλήττεται; Διότι την απασχολούν τα ευτελή πράγματα. Μοχθεί ματαίως και είναι ανήσυχη. Ο Κύριος μας καλεί σε πράγματα σοβαρά. Ο Χάρος είναι πάνω από το κεφάλι μας, κι εμείς είμαστε με το τσιγάρο στο χέρι, ή ρίχνουμε όλο το βάρος μας σε πράγματα ασήμαντα, όπως η Μάρθα ["Ν": εννοεί την Μάρθα, αδελφή του Λαζάρου, που, όταν τους επισκέφθηκε ο Χριστός, δεν κάθησε ν' ακούσει τα λόγια Του, αλλά μπαινόβγαινε συνεχώς για να Τον περιποιηθεί - και μάλιστα μάλωσε και την αδελφή της, τη Μαρία, που είχε καθήσει ν' ακούσει].
 
Διαβάστε και:
Hardest of the Hardcore - The story of John the Romanian

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Σ' ευχαριστώ!