ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

Ψάρια και φίδια στην αυλή του Ορφανοτροφείου της Ινδίας. Το κλάμα και το δράμα των Ιεραποστολών σε Αφρική, Ασία, Λατινική Αμερική, Ωκεανία: χωρίς οικονομική βοήθεια!


Ορθόδοξες βαπτίσεις στις Φιλιππίνες

Πόνος και θλίψη σε καταλαμβάνει διαβάζοντας το χριστουγεννιάτικο τεύχος του περιοδικού "Εξωτερική Ιεραποστολή" της Αδελφότητας Ορθοδόξου Εξωτερικής Ιεραποστολής Θεσσαλονίκης. Η οικονομική αφαίμαξη των Ελλήνων και των Κυπρίων από τα “μνημόνια” έχει μειώσει δραματικά τις δωρεές προς την Ορθόδοξη Ιεραποστολή. 
Ξεκινάς από την Ινδία και μαθαίνεις και τις πλημμύρες που γέμισαν τους χώρους του Ορφανοτροφείου με ψάρια και … φίδια, για την ανεμοβλογιά και βλέπεις τα πενιχρά έσοδα της Ορθόδοξης εκκλησίας στην Ινδία. Περνάς στη Κένυα και την Τανζανία και βλέπεις τις δυσκολίες των εκεί τοπικών Ορθόδοξων ιεραποστολών. Τρέχεις νοερά στη Μαδαγασκάρη και το Μαλάουι, το Μπουρούντι και την Ρουάντα, όπου οι ανάγκες των ορθοδόξων ιεραποστολών είναι μεγάλες, αλλά η ανταπόκριση των Ορθοδόξων Χριστιανών μικρή ( ακόμα και εκείνοι που έχουν, δεν συγκινούνται ! ). 
Πετάγεσαι μέχρι την Ινδονησία και μαθαίνεις ότι ο π. Αθανάσιος, αδελφός του π. Χρυσοστόμου, έχει σταματήσει τη φαρμακευτική του αγωγή για να θρέψει τα παιδιά του και η εγχείρηση που πρέπει να γίνει κοστίζει 4.000 ευρώ. Ποιος θα συγκινηθεί  και θα προσφέρει ; Και είναι και το νοσοκομείο της Ινδονησίας και τα άλλα έργα εκεί που περιμένουν… Γουατεμάλα, Επισκοπή Κατάγκας ( Κολουέζι ), υπάρχουν οι Φιλιππίνες που περιμένουν να ενδιαφερθούμε και τους εκεί ορθόδοξους πιστούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας των Φιλιππίνων.
Έρχονται Χριστούγεννα, οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί νηστεύουν, αλλά δεν προσφέρουν ( ; )  στον Ορθόδοξο Ιεραποστολικό έργο ! Που είναι οι Έλληνες εθνικοί ευεργέτες ; Που είναι οι Έλληνες που έχουν χρήματα, εντός και εκτός Ελλάδας, να συνδράμουν το έργο της Ιεραποστολής ; Που είναι οι Έλληνες ομογενείς που δεν τους έχει πλήξει η οικονομική κρίση ; Που είναι οι πλούσιοι Ρώσοι , Γεωργιανοί, Ουκρανοί,  Σέρβοι,  Ρουμάνοι κλπ  Ορθόδοξοι Χριστιανοί για να ενισχύσουν την Ορθόδοξη Ιεραποστολή ; Πώς θα γιορτάσουμε Χριστούγεννα, έχοντας εγκαταλείψει τους Ορθόδοξους αδελφούς μας σε 80 χώρες του κόσμου ; Αν όλοι μας προσφέραμε, έστω και 5 ή 10 ευρώ, όλα θα ήταν διαφορετικά ! Αλλά οι δωρητές είναι λίγοι, οι εργάτες του Ευαγγελίου λίγοι … Διαβάστε online το νέο τεύχος της Εξωτερικής Ιεραποστολής.


Πατήστε πάνω στον παρακάτω σύνδεσμο για να διαβάσετε το περιοδικό.

Ο π. Αθανάσιος δίπλα στον π. Χρυσόστομο.

Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Άγιοι & Μνήμες (28-30 Νοεμβρίου)...


Μνήμη του μεγάλου Γέροντα Αρσένιου Μπόκα του Ρουμάνου († 28 Νοε 1989)
Και: Εμφάνιση αόρατου Αγιορείτη ασκητή (ένα σπουδαίο ντοκουμέντο από τη ζωή του π. Αρσενίου Μπόκα - μια συνάντηση που άλλαξε τη ζωή ενός λαού) 

Ο άγιος ισαπόστολος Φρουμέντιος, φωτιστής των Αιθιόπων (30 Νοε)
Ο Άγιος Φρουμέντιος. Βοστώνη, Μονή Μεταμορφώσεως.

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Και επίσημα άγιος της Εκκλησίας ο γέροντας Πορφύριος (& ο όσιος Μελέτιος Υψενής Ρόδου)


Πηγές: Dogma.gr, Αγιορείτικες Μνήμες, Ιεραποστολή, Προσκυνητής, Βασίλης Κωστούλας.

Δυο σημαντικές προσωπικότητες πρόσθεσε στη λίστα των Αγίων της Εκκλησίας το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Σύνοδος του οποίου αποφάσισε την αγιοκατάταξή τους στις 27 Νοεμβρίου 2013.
Πρόκειται για το γνωστό Γέροντα Πορφύριο τον Καυσοκαλυβίτη, ο οποίος θα τιμάται πιθανότατα στις 2 Δεκεμβρίου, ημέρα της κοιμήσεώς του, αλλά και τον Όσιο Μελέτιο τον εν Ρόδω.


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ
 
ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ (πηγή Wikipedia)

Ο Γέρων Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στο χωριό Άγιος Ιωάννης του σημερινού Δήμου Ταμιναίων της Εύβοιας. Το κοσμικό όνομά του ήταν Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης και από πολύ νωρίς έδειξε έφεση προς το μοναχισμό.

Έτσι, σε ηλικία 13 χρόνων και έχοντας τελειώσει μόνο την Β' Δημοτικού, μετέβη στη Σκήτη της Αγίας Τριάδος, τα γνωστά "Καυσοκαλύβια" του Αγίου Όρους, όπου έζησε τα επόμενα 6 περίπου χρόνια, ως υποτακτικός σε δύο γέροντες μοναχούς, λαμβάνοντας το όνομα Νικήτας. Κατόπιν, λόγω σοβαρής ασθένειας, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Εύβοια, όπου και εγκαταστάθηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Χαραλάμπους Λευκών Ευβοίας, στο Αυλωνάρι της Εύβοιας.

Σε ηλικία 20 ετών συναντήθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο του Σινά Πορφύριο, ο οποίος αναγνωρίζοντας σε αυτόν πνευματικά χαρίσματα, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, δίνοντάς του και το όνομα με το οποίο έμελλε να γίνει γνωστός.

Τα επόμενα χρόνια, επειδή το μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών έγινε γυναικείο, ο πατήρ Πορφύριος εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, στην Άνω Βάθεια του σημερινού Δήμου Αμαρυνθίων, επίσης στην Εύβοια.

 
 

Το 1940, σε ηλικία 34 ετών, μετέβη στην Αθήνα, όπου διορίστηκε εφημέριος στην εκκλησία του Αγίου Γερασίμου, στην Πολυκλινική Αθηνών, δίπλα στην Ομόνοια.

Το 1973 έλαβε τη σύνταξή του από τη θέση του εφημερίου του Αγίου Γερασίμου, για να εγκατασταθεί αρχικά στον Άγιο Νικόλαο, στα Καλίσσια (σημερινή Καλλιθέα) της Πεντέλης και μετά από μερικά χρόνια στο Μήλεσι της Μαλακάσας, όπου και οικοδόμησε το Ιερό Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Απέκτησε σημαντική φήμη και πολλοί πιστοί τον επισκέπτονταν στον τόπο διαμονής του.
Το Νοέμβριο του 1991 μετέβη στο παλαιό κελί του, στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου και πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.


Αναλυτικότερο βιογραφικό του διαβάστε εδώ.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:  Η πνευματική διαθήκη του Γέροντα Πορφύριου
Ένας πανεπιστημιακός γιατρός για το γέροντα Πορφύριο
Γέροντας Πορφύριος: Στις 10... ραντεβού με το Θεό!
 
Ειδικό blog για τον άγιο Πορφύριο εδώ. Ενότητα στο blog μας εδώ.
 
Ο ΟΣΙΟΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ Ο ΕΝ ΡΟΔΩ (πηγή Ι.Μ. Παναγίας Υψενής)

Ο Όσιος Μελέτιος γεννήθηκε στο χωριό της Λάρδου στη Ρόδο κατά τα δύσκολα και σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας. Κατά το Άγιο Βάπτισμα, έλαβε το όνομα Εμμανουήλ και στη ζωή του πορεύθηκε με λίγα γράμματα, αλλά γεμάτος χάρες, αρετές, αγνότητα, καθαρότητα και πολλή αγάπη για το Θεό. Ο Όσιος Μελέτιος ήταν άνθρωπος προσευχής.



 

Ανακάλυπτε τις ερημικές περιοχές γύρω από τηΛάρδο,βοσκώντας τα πρόβατα του πατέρα του καιγαληνεύοντας τη ψυχή του με την προσευχή και το ζήλο της μοναχικής ζωής. Σε μια από αυτές τις εξορμήσεις του, ένα όραμα του υπέδειξε την εικόνα της Παναγίας Υψενής στη ρίζα ενός δέντρου.
Έπειτα από αυτό το όραμα και καθοδηγούμενος από τη χάρη της Παναγίας, αποφάσισε να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και να αφιερωθεί στο Θεό. Έτσι, έκτισε στο μέρος, όπου βρήκε την εικόνα τον Ιερό Ναό, αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Χειροτονήθηκε από τον τότε ΜητροπολίτηΙερομόναχος και Ηγούμενος της Μονής.

Έζησε αυστηρή ασκητική ζωή... Τα βράδια αποσυρόταν σε κάποιο σπήλαιο κοντά στη Μονή και προσευχόταν και την ημέρα εξομολογούσε τους Χριστιανούς, δίνοντας τους δύναμη να μην αλλαξοπιστήσουν στους δύσκολους εκείνους καιρούς. Έλαβε επίσης από το Θεό το χάρισμα των ιάσεωνκαι θεράπευε ασθενείς και πνευματικά βασανισμένες ψυχές.

Για την εθνικοθρησκευτική του δραστηριότητα, μισήθηκε και συκοφαντήθηκε από τους Τούρκους. Τελικώς, ο Όσιος απέδειξε την αθωότητα του ενώπιον του Μητροπολίτη και εξέπνευσε. Τιμήθηκε ως Άγιος από τους Χριστιανούς και τα λείψανά του, τα οποία ευωδιάζουν συνεχώς, έχουν μοιραστεί σε διάφορους τόπους. Τμήμα των Ιερών Λειψάνων, φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Υψενής ως ανεκτίμητος θησαυρός και πηγή ιάσεων και ευλογίας για όσους ευλαβικά τα προσκυνούν.

Η μνήμη του Οσίου τιμάται στις 12 Φεβρουαρίου.


Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Λόγοι σοφίας & αγάπης, από καρδιάς (3)


ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
Από το βιβλίο του «Άνθρωπος Μεθόριος», εκδ. Εν πλώ, 2005.
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ: (Α), (Β).


Η αγκαλιά της Εκκλησίας

Ο Θεός δεν γνωρίζεται με γνωστικές μεθόδους. Δεν είναι μαθητική εξίσωση που προσφέρεται προς επίλυση. Ο Θεός είναι όντως μυστήριο που αποκαλύπτεται στις καρδιές ανθρώπων και οι άνθρωποι Τον πλησιάζουμε με αύτη τη βαθύτερη εσωτερική διεργασία, της οποίας το τελικό αποτέλεσμα είναι να μας κάνει ανοιχτούς μπροστά στη χάρι και την ευλογία Του.
Οι άνθρωποι σήμερα είμαστε πνιγμένοι από τα προβλήματα αυτής της ζωής. Αρρωσταίνει το παιδί μας, δεν πάνε καλά οι δουλειές μας, δυσκολευόμαστε να παντρευτούμε ή να αποκτήσουμε ένα παιδί, ή παντρευόμαστε και μετά συμβαίνει ένα ατύχημα που δημιουργεί τεράστια προβλήματα στη συνέχιση πλέον της κοινής μας ζωής
· άλλοτε πάλι μας απασχολούν οι σχέσεις μας με τα παιδιά μας ή με τους γονείς μας, ή το τι θα σπουδάσουμε, το αν, πού και πότε θα βρούμε μια δουλειά· ανησυχούμε για τα παιδιά μας ή τα αδέλφια μας που εμφανίζουν μια περίεργη συμπεριφορά ερχόμαστε αντιμέτωποι με ψυχικές αρρώστιες - όλα αυτά αποτελούν βασικά καθημερινά προβλήματα που τα πολλαπλασιάζει ο τρόπος της ζωής και η ατμόσφαιρα σύγχρονης κοινωνικής αντίληψης. Τέτοιου είδους σχήματα μας κάνουν να νομίζουμε ότι ο Θεός είναι απών. Κι αυτό, διότι πιστεύουμε σε ένα Θεό-υπηρέτη των καθημερινών μας αναγκών: αρρωσταίνουμε και Του ζητάμε να μας κάνει καλά ή φοβόμαστε τις εξετάσεις μας στο πανεπιστήμιο και θέλουμε να μας βοηθήσει να πετύχουμε. Όμως είναι αναγκαίο να καταλάβουμε ότι αυτός ο ανθρωπόμορφος Θεός που έχουμε κατασκευάσει, και που θυμίζει αρκετά τις ανθρώπινες αδυναμίες αρχαιοελληνικών θεών, δεν υπάρχει.
 

Είμαστε όλοι, λίγο ή πολύ, τραυματισμένοι άνθρωποι. Έχει ένα δάκρυ μέσα της η ζωή μας, ένα κλάμα ή μια απορία ή μια αγωνία, μια ανησυχία που πολλαπλασιάζεται από την ίδια μας τη ζωή. Θέλουμε λοιπόν αυτά τα θέματα κάπου να τα ακουμπήσουμε. Κάποιοι βρίσκουν τη διέξοδο των ψυχολόγων, των ψυχιάτρων, των οικογενειακών συμβούλων ή, αν δεν θέλουν να πάνε εκεί, κάποιων φίλων τους που τους εμπιστεύονται. Στον τόπο μας όμως, παρά την πολεμική που γίνεται ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων πιστεύεται ακόμα την Εκκλησία. Την νιώθει μητέρα του και θέλει να Την πλησιάσει, να εκκλησιοποιήσει κάπως το πρόβλημά του και να της το εμπιστευθεί.
Ο κόσμος λοιπόν, πλησιάζει την Εκκλησία θέλοντας να λύσει τα προβλήματα της ζωής. Όμως αυτά φανερώνουν συχνά την κατάσταση της ψυχής. Η Εκκλησία αγκαλιάζει με πολλή κατανόηση τα άμεσα και καθημερινά προβλήματα, αλλά, επειδή θέλει να βοηθήσει ουσιαστικά τον άνθρωπο, του δίνει ταυτόχρονα και τη δυνατότητα να αντικρίσει τον εσωτερικό του χώρο, να δει την πνευματική προοπτική του και να αντιληφθεί τις ανάγκες της ψυχής του. Ένα πρόβλημα που κάποιον μπορεί να τον συνθλίβει, για κάποιον άλλο μπορεί να λειτουργεί ως ευλογία. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό να το καταλάβουμε, όχι για να αλλάξουμε συμπεριφορά, άλλα για να αλλάξουμε φρόνημα, να αποκτήσουμε δηλαδή βαθύτερη αντίληψη των πραγμάτων.
Έλεγε κάποτε ο πατήρ Παΐσιος το εξής: «Κάθε φορά που χτυπάει η πόρτα μου, σφίγγεται η ψυχή μου. Το ένα τρίτο των προβλημάτων που κουβαλούν οι άνθρωποι είναι τα διαζύγια, το άλλο είναι καρκίνοι ή αρρώστιες και το τρίτο είναι τα ψυχολογικά». Και σ' όλους αυτούς τους ανθρώπους τι μπορεί κανείς να πει; Ίσως χρειάζεται να καταλάβουμε ότι η δύναμη της Εκκλησίας δεν είναι μόνο ο λόγος της, αλλά και -κυρίως- η προσευχή Της.

 
 

Ήρθε κάποτε να με επισκεφθεί ένας παλιός μου συμφοιτητής και φεύγοντας μου είπε: «Άκου να σου πω, εσύ έγινες παπάς, εγώ παντρεύτηκα· έχω του κόσμου τα προβλήματα· δεν έχω χρόνο να προσεύχομαι. Θα προσεύχεσαι εσύ για μένα». Τι ωραίο πράγμα είναι το να μπορεί κανείς να στηρίζει τη ζωή του στην προσευχή της Εκκλησίας! Είτε στη λειτουργική Της προσευχή, στις ακολουθίες, είτε στην προσευχή κάποιων ανθρώπων που μπορούν να προσεύχονται στο κελλάκι τους. Έχω βρει στον τόπο της διακονίας μου κάποιες γριούλες και κάποιους γέροντες, στων οποίων την καρδιά ανακάλυψα το θησαυρό της χάριτος του Θεού· κι έτσι, όταν κάποιοι άλλοι άνθρωποι μου εμπιστεύονται μεγάλα προβλήματα τους, σε αυτούς απευθύνομαι. Ζητώ την συμπαράστασή τους. Πιστεύω πιο πολύ στη δική τους προσευχή, παρά στη δική μου. Μακάρι να είχαμε κοντά μας και άλλα μοναστηράκια, ανθρώπους δηλαδή που πραγματικά βομβαρδίζουν με τις προσευχές τους το θρόνο του Θεού και καλύπτουν το δικό μας αγώνα με τη δύναμη των δικών τους προσευχών. Μια ποιμαντική προσευχής είναι πολύ ανώτερη από μια ποιμαντική λόγου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν χρειάζεται και ο λόγος – «καιρός του σιγάν και καιρός του λαλείν».
Πάντως, μέσα στην Εκκλησία τα πάντα είναι κοινά: κοινά τα προβλήματά μας, κοινές οι αρετές μας, κοινές οι αμαρτίες μας, κοινοί οι αγώνες μας. Μ' αυτό το φρόνημα ζούμε μέσα στην Εκκλησία ένα πρόβλημά μας. Σήμερα έχασα εγώ το παιδί μου, αύριο κάποιος άλλος αντιμετωπίζει μια δυσκολία στη δουλειά του, κι έτσι όλοι μαζί περνάμε μέσα απ' τα πρόβλημα και αφήνουμε το Θεό να μας δώσει τη λύση του. Μπορεί να μας τη δώσει μέσα από μια σκέψη, μέσα από τα παιδιά μας, μέσα από έναν άνθρωπο που δεν είναι «της Εκκλησίας», μέσα από μια εσωτερική νεύση, από ένα ανάγνωσμα. Κι ακόμη πρέπει να λησμονούμε ότι ο Θεός φωτίζει και τον πνευματικό μας πατέρα, ιδιαίτερα μάλιστα όταν στηριζόμαστε περισσότερο στο δικό του φωτισμό, παρά στο δικό μας.

Πρέπει βέβαια, ο πνευματικός να είναι όντως «πνευματικός», να είναι πατέρας, να είναι ιερέας, να μπορεί να λειτουργεί, να προσεύχεται, να ξέρει να ακουμπάει στο Θεό και να μην είναι ένας απλός κοινωνικός εργάτης που κάνει ένα «θρησκευτικό χόμπι». Ο πνευματικός δεν είναι σύμβουλος που δίνει συμβουλές· δεν είναι δάσκαλος που διδάσκει, ούτε εισαγγελέας που ελέγχει. Ο πνευματικός είναι πατέρας που αγκαλιάζει, φίλος που ελευθερώνει, αδελφός που συγχωρεί, είναι μυσταγωγός που ιερουργεί το μυστήριο της ψυχής. Δεν είναι αυτός που ξέρει· είναι αυτός που αγαπά το Θεό ως πατέρα του και τον κάθε άνθρωπο ως παιδί του Θεού. Ο πνευματικός έχει τη χάρι της ιεροσύνης, αρκεί να την κρατάει ζεστή και ενεργό μέσα του. Αν έτσι τη διατηρεί, τότε ο Θεός δίνει πολλά και με πολλούς τρόπους. Εμείς οι ιερείς είμαστε υπηρέτες, διάκονοι. Τίποτα άλλο. Μόλις το καταλάβουμε, γινόμαστε τα χαλιά, πάνω στα οποία πατάει ο Θεός.
Γινόμαστε τα ποδόμακτρα που πατάει ο λαός Θεού -αυτά τα χαλάκια που είναι έξω από την πόρτα- και μαζεύουμε τις λάσπες για να μπαίνει ο κόσμος καθαρός. Αυτή είναι η διακονία μας. Και είναι υπέροχο όταν αυτό το καταλαβαίνει κανείς και δεν προσπαθεί να κάνει κάτι παραπάνω - εκτός βέβαια αν ο Θεός φωτίσει, οπότε, επειδή Αυτός ενεργεί, μας κάνει κι εμάς να ενεργούμε κατά Θεόν.
 

Η ψυχή είναι τόσο ιερή! Την πλησιάζει ο πνευματικός όπως τον άγιο Άρτο την ώρα που λέει «πρόσχωμεν τα άγια τοις αγίοις» [«Ν»: κατά την τέλεση της θείας Μετάληψης, μέσα στη λειτουργία]. Και με τα δύο δάχτυλα, δηλαδή με τις κατά το δυνατόν λιγότερες κινήσεις, Τον υψώνει, Τον προσφέρει στο Θεό και Τον κατεβάζει. Το ίδιο κάνει και με την ψυχή. Δεν παρεμβαίνει άτσαλα διαλύοντας και συντρίβοντάς την, αλλά απλά την αγγίζει. Αποδίδει το σεβασμό που της ανήκει -αφού είναι εικόνα του Θεού- και την επανατοποθετεί στο δισκάριο της ελευθερίας και του ελέους του Θεού. Όπως στη Θεία Ευχαριστία, έτσι κι εδώ, ο ιερέας καλείται να κάνει τη μεταβολή: Παίρνει τον άνθρωπο τον τεθραυσμένο, τον κομματιασμένο από την αμαρτία, το συντετριμμένο από τις δοκιμασίες, και τον εκθέτει στη χάρι του Θεού· και αυτή τον μεταμορφώνει. Αυτή είναι ή ιερουργία της ανθρώπινης ψυχής.
Είπαμε παραπάνω πως μέσα στην Εκκλησία τα πάντα είναι κοινά. Μέσα σ' αυτό το πνεύμα κατανοούνται και οι σχέσεις μας με τους αγίους, «οι πρεσβείες των αγίων». Η αίτηση της πρεσβείας των αγίων μας φέρνει κοντά τους. Δεν είναι κάτι το εντελώς τεχνικό: ζητάμε από τους αγίους να πρεσβεύουν - πηγαίνουν αυτοί και πρεσβεύουν - ο Θεός πραγματοποιεί το αίτημά μας. Δεν λειτουργεί έτσι ο Θεός. Ο Θεός δεν λειτουργεί με τα αιτήματα των αγίων, άλλα με τις σχέσεις τους μαζί μας.
Επειδή θέλουμε η σωτηρία μας να μην είναι μόνο δικό μας «επίτευγμα», να μην είναι κάτι που εμείς μόνοι μας, με τις ασθενείς μας δυνάμεις θα προσπαθούμε να κάνουμε, προσευχόμαστε ως εξής: «Άγιοι του Θεού πρεσβεύσατε υπέρ ημών». Θέλουμε σ' αυτό τον αγώνα μας να είστε κι εσείς συναγωνιστές
· μερίδιο στην επιτυχή έκβαση του να έχετε κι εσείς, ως οι μεγάλοι μας αδελφοί, οι προστάτες μας. Ποθούμε να είμαστε όλοι κοινωνοί του έργου της Εκκλησίας, που γίνεται στη δική μας ζωή. Κι εσείς έχετε παρρησία ενώπιον του Θεού. Εσείς Τον ευαρεστήσατε. Γι' αυτό εσείς να προηγείστε κι εμείς να ακολουθούμε. Αυτή είναι η συνείδηση της Εκκλησίας.
Τι πιο ωραίο πράγμα, λοιπόν, από το να κοινωνούμε μαζί με τους αγίους την ανάγκη και τον πόθο της σωτηρίας μας! Τι πιο ωραίο από το να μην είναι η σωτηρία μας κατόρθωμα του καθενός χωριστά, άλλα δώρο ενός κοινού αγώνα! Τι πιο ευλογημένο από το να βλέπει και ο Θεός αύτη την κοινή πορεία! Να μη βλέπει τον καθένα μόνο του να αγωνίζεται, να πέφτει, να λιώνει, αλλά ολόκληρη την Εκκλησία, στρατευόμενη και θριαμβεύουσα, να εγείρεται στο πλευρό του! Να ζητά ο πιστός την ευχή του πνευματικού του, της μάνας του, των φίλων που τον αγαπούν, των αγίων που είναι ζωντανοί και έχουν παρρησία ενώπιον του Θεού! Η σκέψη αυτή είναι συγκλονιστική. Και δεν είναι μια πολύ όμορφη ιδέα, που την κάνει ένας μη ορθολογιστής
· είναι κίνηση με αντίκρισμα.
Επιπλέον, ο κάθε αγωνιζόμενος πιστός δεν έχει μόνο τους αγίους στο πλευρό του, έχει και το φύλακα άγγελό του. Όχι την αφηρημένη αίσθηση του αγγέλου, αλλά την πίστη και την εμπειρία ότι στο πλευρό του έχει τον άγγελό του και σηκώνει κι αυτός το βάρος του πνευματικού αγώνα.
Κι ακόμα, έχουμε τον προστάτη άγιό μας. Έχουμε τους αγίους του ναού στον οποίο διακονούμε [=υπηρετούμε], ή της ενορίας στην οποία προσευχόμαστε. Έχουμε τους αγίους που ευλαβούμαστε επειδή πήγαμε και ζήσαμε μια κατάσταση στα προσκυνήματά τους: τον άγιο Νεκτάριο ή τον άγιο Ραφαήλ ή κάποιον άλλο άγιο. Έχουμε αυτούς, των οποίων το βίο διαβάσαμε και συγκλονίστηκε η ψυχή μας. Έχουμε την ευχή των πνευματικών μας.
Όλοι αγωνιζόμαστε μαζί. Αυτή είναι ή αίσθηση του εκκλησιοποιημένου αγώνα μας: ότι ο αγώνας μας γίνεται εν τη Εκκλησία και με την Εκκλησία. Έτσι αντλούμε δυνάμεις και ο Θεός, βλέποντας αυτή την κοινωνία των πιστών και αγίων μέσα στην Εκκλησία, παραβιάζει το νόμους Του, ανατρέπει τα φαινόμενα σχέδιά Του και συγκινείται περισσότερο από τον κοινό αγώνα, παρά από το οποιοδήποτε αίτημά μας.
Οι άγιοι δεν πρεσβεύουν μόνο στις δυσκολίες μας, άλλα και στις επιτυχίες μας. Όπως μοιραζόμαστε τη δοκιμασία, μοιραζόμαστε και το δώρο. Κι έτσι δεν προκύπτει έπαρση, αλλά γεννιέται γλυκιά ταπείνωση.
Όλα αυτά επιβεβαιώνονται από την εμπειρία της Εκκλησίας. Δεν είναι μια ψιλή διδασκαλία, αλλά μια ζωντανή εμπειρία. Η Εκκλησία ζει την αποτελεσματικότητα των πρεσβειών των αγίων, ζει τη συνέπεια με την οποία οι άγιοι, όταν εμείς εναποθέτουμε στη δική τους παρρησία το δικό μας αγώνα και τη σωτηρία μας, προωθούν στο θρόνο του Θεού το αίτημα μας κι Εκείνος ανταποκρίνεται.


Οι άγιοι δεν πεθαίνουν, δεν σταματούν. Παρεμβαίνουν στη ζωή μας και την παρακολουθούν. Αυτός είναι ό λόγος που τους αποκαλούμε παγκόσμιους. Είναι αιώνιοι
· δεν περιορίζονται από το χρόνο, ούτε από τον τόπο, ούτε από το άτομό τους. Το δώρο τους αγκαλιάζει ολόκληρη την Εκκλησία κι εμάς. Γι' αυτό και ζητούμε από το Θεό να μας ελεήσει με τις πρεσβείες τους.
Είναι πολύ χαρακτηριστικό ένα παράδειγμα από τη Βίβλο του αββά Βαρσανουφίου. Ρωτούν κάποιοι τον Άγιο, «πώς δεν ξεσπάει η οργή του Θεού, αφού ζούμε με αυτό τον άθλιο και διεστραμμένο τρόπο;». Κι αυτός τότε τους αποκαλύπτει ένα εντυπωσιακό γεγονός
· τους λέει ότι στο θρόνο του Θεού συναντώνται οι προσευχές τριών αγίων: Κάποιου από τα Ιεροσόλυμα -κατά πάσα πιθανότητα είναι ο ίδιος- ενός Ηλία από την Κόρινθο και ενός Ιωάννη από τη Ρώμη. Γνώριζε δηλαδή ο Άγιος την προέλευση των προσευχών που έβλεπε να συναντώνται ενώπιον του Θεού, με αποτέλεσμα ο Θεός να βάζει «την ρομφαία εις τον κολεόν», το σπαθί στη θήκη. Είναι μια μεταφορική εικόνα, που καταδεικνύει την αποτελεσματικότητα που έχουν οι προσευχές των αγίων, τόσο των ζώντων, όπως το παραπάνω παράδειγμα, όσο και αυτών που τώρα ανήκουν στη θριαμβεύουσα Εκκλησία και την κληρονομία των οποίων εμείς θέλουμε να αξιοποιήσουμε.

Σταυροαναστάσιμη έξοδος στον πόνο
Κλικ εδώ
Μέσα από την κοινότητα των πάντων στο χώρο της Εκκλησίας κατανοείται και το «θαύμα». Μέσα από την ίδια προοπτική πού είδαμε παραπάνω. Το θαύμα είναι καλό όχι γιατί θεραπεύει έναν, άλλα γιατί φανερώνει το Θεό σε όλους. Ας το δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά. Στην καθημερινή διάλεκτο η λέξη «θαύμα» σημαίνει κάτι συγκλονιστικό, που καταργεί τους νόμους της φύσης, ανατρέπει τη λογική μέσα στην οποία ζούμε και μας επιβάλλεται με έναν εντελώς εντυπωσιακό τρόπο. Δεν έχουμε δει, επί παραδείγματι, ένα νεκρό να ανασταίνεται, γι' αυτό και κάτι τέτοιο είναι ένα θαύμα για το μυαλό μας. Ή έχουμε ένα βαριά άρρωστο, που οι γιατροί μας λένε ότι δεν έχει ελπίδες, και ονομάζουμε θαύμα το γεγονός ότι τελικά θεραπεύεται.
Ή έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα ανυπέρβλητο οικονομικό πρόβλημα και κάτι συμβαίνει, με ένα εντελώς απροσδόκητο και ανερμήνευτο τρόπο, και το ξεπερνούμε. Όλα αυτά τα ονομάζουμε θαύμα. Ένας άλλος όμως όρος, αγιογραφικός, μοιάζει να είναι για την συνείδηση της Εκκλησίας πιο κατάλληλος, πιο εκφραστικός, από τον όρο «θαύμα». Είναι η λέξη «σημείο». Το σημείο δεν είναι κάτι πού βολεύει τη ζωή μας, αλλά κάτι που φανερώνει το Θεό. Είμαι άρρωστος και γίνομαι καλά. Αυτή η θεραπεία, που είναι τόσο ανθρώπινη, αποτελεί το «λίγο»του θαύματος
· το «πολύ», είναι το σημείο, το ότι δηλαδή φανερώνεται ο Θεός.


Είμαι εγώ άρρωστος και είναι άρρωστος και κάποιος άλλος συνάνθρωπός μου. Ξαφνικά, γίνεται καλά εκείνος με ένα θαυματουργικό τρόπο. Έχω άραγε μέσα μου χαρά; Μπορώ να δοξολογήσω το Θεό, πρώτον, επειδή φανερώθηκε στη ζωή του συνανθρώπου μου, και δεύτερον, επειδή θεραπεύτηκε, ή μήπως μου μένει η λύπη που το γεγονός δεν συνέβη σε μένα; Το σημαντικό όμως είναι η φανέρωση του Θεού στη ζωή μας, όχι η θεραπεία καθ' αυτήν. Ποιος από μας θα μπορούσε να πει: «Καλύτερα να είμαι άρρωστος, με ζωντανή την εμπειρία της παρουσίας του Θεού στον αδελφό μου, παρά να γίνω καλά και να μην καταλάβω τίποτε»;
Σημείο λοιπόν, είναι αυτό που επιβεβαιώνει το Θεό. Λέει κάπου ο Κύριος, «η γενεά αύτη σημείον επιζητεί και σημείων ου δοθήσεται αυτή, ειμή το σημείον Ιωνά του προφήτου». Με άλλα λόγια, ο κόσμος ζητάει ένα σημείο, άλλα δεν θα του δοθεί το σημείο που ζητάει, αλλά το σημείο που ο Θεός θα δώσει, το σημείο της Αναστάσεώς Του. Εμείς ζητούμε από τους αγίους να μας στηρίζουν και να μας θεραπεύουν κι ασφαλώς κάτι τέτοιο δεν είναι κακό. Ίσως όμως αυτό που πραγματικά έχει ανάγκη η ψυχή μας να μην είναι το ενδεχόμενο «ξεγέλασμα» ενός θαύματος, που μας θεραπεύει και μετά μας αφήνει να ξεχνούμε το Θεό, άλλα η εμπειρία της παρουσίας Του. Αυτή η εμπειρία είναι το σημείο.
Το θαύμα λοιπόν, είναι καλό όχι γιατί θεραπεύει έναν, αλλά γιατί φανερώνει το Θεό σε όλους. Διαφορετικά, αν το θαύμα ήταν μόνο μια «εύνοια» του Θεού σε κάποιον, θα ήταν αδικία. Δεν μπορεί ο Θεός κάποιους να θεραπεύει και στους υπόλοιπους να κωφεύει. Όταν όμως κάτι θαυματουργικό συμβαίνει, έστω σε έναν, το γεγονός της φανερώσεως του Θεού που είναι μεθεκτό από όλους, καθιστά το θαύμα και δική μας προσωπική εμπειρία! Το σημαντικό δεν είναι το θαύμα ως θεραπεία, αφού σύντομα ο θάνατος αναιρεί κάθε ευεργετικό αποτέλεσμα, άλλα η φανέρωση του Θεού. Τραγικό δεν είναι να φύγουμε από αυτό τον κόσμο δίχως θαύμα, αλλά να φύγουμε δίχως σημείο, δίχως να έχουμε την εμπειρία του Θεού μέσα μας.
Η ζωή αυτή μας δίνεται όχι ως δοκιμασία, αλλά ως ευκαιρία, ευκαιρία να Τον ζήσουμε από τώρα. Η Βασιλεία του Θεού αρχίζει τώρα, όχι όταν κλείσουμε τα μάτια μας - τότε συνεχίζεται. «Σημείο» λοιπόν και «θαύμα» είναι αυτές οι αφορμές της επιβεβαίωσης της παρουσίας του Θεού σ' αυτό τον κόσμο.
Μακάρι να επενδύσουμε κάποια στιγμή στη Βασιλεία του Θεού και να αντιληφθούμε ότι τα επιτόκιά της είναι πολύ ψηλά. Τόσο ψηλά πού δεν υπάρχει σε Αυτήν χρόνος, δεν υπάρχει φόβος, δεν υπάρχουν αναστολές, μειονεξίες, ανασφάλειες, ενοχές – τίποτα από όλα αυτά που σ' αυτή τη ζωή μας απασχολούν. Αυτή είναι η ευλογία της ελευθέριας του Θεού. Αυτή πρέπει να ζωντανέψουμε μέσα μας εδώ στη γη. Έως ότου ο καθένας μας θα μπορέσει από χρονικός να γίνει αιώνιος, από μονοδιάστατα ανθρώπινος να γίνει πνευματικός...


Και:
Άντε και πίστεψα - Τώρα τι κάνουμε;
Είσαι ο άνθρωπός μου;
Άγιοι της διπλανής πόρτας

Λόγοι σοφίας & αγάπης, από καρδιάς (2)


ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΕΩΤΙΚΗΣ
Από το βιβλίο του «Άνθρωπος Μεθόριος», εκδ. Εν πλώ, 2005.
 
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ

Η συστολή του εγώ

Τα παραδείγματα των αγίων, τα συναξάρια, δεν τα διαβάζουμε για να τα εφαρμόσουμε -είναι αδύνατο ότι διαβάζουμε να το μεταφέρουμε στη ζωή μας. Δεν μπορούμε, παραδείγματος χάριν, εμείς πού δεν έχουμε το κουράγιο να σταθούμε έστω μία ώρα μέσα στην Εκκλησία, να μιμηθούμε τον άγιο Αλύπιο τον Κιονίτη, που έζησε 53 χρόνια πάνω σε ένα στύλο. Καθώς όμως διαβάζουμε το βίο του, λέμε: «Θεέ μου, Τι χάρι έδωσες σε αυτόν τον άνθρωπο! Πώς είχε τέτοια αντοχή, υπομονή και ζήλο! Τι αγάπη πρέπει να είχε η ψυχή του!». Τότε, προσευχόμαστε με το «Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών»· και αμέσως επιστρέφουμε προς τον Κύριο και λέμε «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον ημάς». Αυτή η προσευχή απορρέει με μεγάλη φυσικότητα μέσα από το μεγαλειώδες παράδειγμα ενός ενχριστωμένου και χαριτωμένου ανθρώπου.
Διαβάζουμε λοιπόν ένα κείμενο, που μιλάει για ασκητικά κατορθώματα η μαρτυρική ζωή, για ύψιστες εκφράσεις της αγάπης προς το Θεό, και συγκρίνουμε ταπεινά τον εαυτό μας με αυτό το μέτρο. Η σύγκριση αυτή μας βάζει πάντοτε στον παρονομαστή. Ο παρονομαστής διευκολύνει την ταπείνωση και η σύγκριση προσελκύει τη χάρι του Θεού. Το θράσος της δήθεν κατανόησης των μυστηρίων του Θεού ή της ψευτοεμπειρίας των ευλογημένων καταστάσεων εξαφανίζεται. Άλλοτε πάλι, συναντώντας στα ασκητικά βιβλία το σοφό φρόνημα που περικλείει η έκφραση «πάντες σώζονται, εγώ δε μόνος απόλλυμαι», ανεβάζουμε αμέσως τους άλλους μέσα μας και υποβιβάζουμε το εγώ μας. Στην καρδιά και στη σκέψη μας οι άλλοι υπερτερούν σώζονται τη στιγμή που εμείς χανόμαστε και καταστρεφόμαστε με δική μας υπαιτιότητα. Μπορεί άραγε μέσα σε αυτό το φρόνημα να ευδοκιμήσει μια κατάκριση, μία έπαρση, μια σκληροκαρδία;
Υπάρχει και ένας άλλος τρόπος να καλλιεργήσει κανείς την εσωτερική ταπείνωση. Το εγώ μας εκφράζεται είτε βουλητικά ως απαίτηση, είτε συναισθηματικά ως δικαίωμα και υπερβολικές ευαισθησίες, ή διανοητικά ως πείσμων άποψη και δύσκαμπτη γνώμη. Θωπεύοντας το εγώ μας δεν μπορούμε να ακούσουμε τον αδελφό μας και γι' αυτό αδυνατούμε να ακούσουμε τη φωνή του Θεού. Αρνούμαστε να υιοθετήσουμε στη ζωή μας και να κατανοήσουμε το θέλημα του άλλου και γι' αυτό δυσκολευόμαστε να δεχθούμε το θέλημα του Θεού. Οι αδελφοί μας δόθηκαν για να αποτελούν τις ορατές εικόνες του Θεού στη ζωή μας. Επιτρέποντας το πέρασμα του θελήματος τους στη ζωή μας, διευκολύνουμε το θέλημα του Θεού να υιοθετηθεί απ' αυτήν. Σκεπτόμενοι τα δικά τους δικαιώματα και όχι τα δικά μας, διακρίνουμε τα δικαιώματα του Θεού στη ζωή μας. Ακούγοντας με σεβασμό τη δική τους άποψη, αφήνουμε το φωτισμό του Θεού να λειτουργήσει μέσα μας. Όταν λοιπόν φοβάται κανείς το θέλημα του, δεν εμπιστεύεται την κρίση του και αρνείται τα δικαιώματα του, μένει προστατευμένος από αυτά αρχίζει να συστέλλει το εγώ του. Αυτά όλα μας ταπεινώνουν και ταυτόχρονα μας ελευθερώνουν.


Εχθρός και αντίπαλος στην πνευματική ζωή δεν υπάρχουν. Ένας είναι ο εχθρός μας: ο εαυτός μας. Μία είναι η αρρώστια: ο εγωισμός μας. Πολεμώντας τον εγωισμό μας οικοδομούμε σιγά σιγά την ατμόσφαιρα της ταπείνωσης μέσα μας. Και τον εγωισμό μας τον καταλαβαίνουμε ενίοτε ως κενοδοξία, άλλοτε ως περιαυτολογία, πολλές φορές ως εγωπαθή φιλαυτία ή ως εγωκεντρισμό· άλλοτε με πολύ φανερές μορφές, όπως ο θυμός και η αλαζονεία, και άλλοτε με πολύ λεπτές, όπως η υπερβολική ευαισθησία, το παράπονο, οι παρεξηγήσεις, η ευθιξία κ.λπ.
Ένα μικρό παράδειγμα αρκεί για να καταδειχθεί το εύρος αυτού του κρυμμένου εγωισμού και της αφανούς ανελευθερίας: Αν τύχει να κοιτάξουμε μια φωτογραφία που απεικονίζει πέντε άτομα, μεταξύ αυτών και το δικό μας πρόσωπο, ποιο πρόσωπο θα ψάξουμε, πρώτο απ' όλα, να βρούμε στη φωτογραφία και να αναγνωρίσουμε;
Ασφαλώς, το δικό μας. Και αν τύχει η φωτογραφία να είναι εκπληκτική στο φόντο της, στα χρώματα της και στις εκφράσεις όλων των προσώπων, άλλα το δικό μας πρόσωπο να έχει βγει με λίγο κλειστά μάτια -δεν είναι σπάνιο κάτι τέτοιο- τότε δεν μας αρέσει η φωτογραφία, ενώ αρέσει σε όλους τους άλλους. Αυτό είναι κάτι που δείχνει πώς λειτουργεί ό λεπτός εγωισμός μας.
Κατ' αναλογία, πολύ έντονη είναι μέσα μας και η τάση δικαιολόγησης του εαυτού μας. Δεν αντέχουμε να αδικούμαστε. Κι ακόμα, δεν αντέχουμε τους συνανθρώπους μας που παρουσιάζουν χαρακτήρα ασύμβατο με το δικό μας και μας δυσκολεύουν. Δεν αντιλαμβανόμαστε ότι μπορεί μεν οι καλοί συνάνθρωποι μας (οι ενάρετοι, οι «εύκολοι») να είναι οι πλησίον μας αδελφοί, άλλα οι δύσκολοι (οι λεγόμενοι «αμαρτωλοί», αυτοί που στερούνται ίσως αρετών και μας ερεθίζουν και μας προκαλούν) είναι ακόμα καλύτεροι, διότι είναι οι αγαπημένοι αδελφοί του Χριστού. Εμείς αντιστεκόμαστε σε αυτή την πράγμα κι έτσι αρνούμαστε να είμαστε οι άνθρωποι, οι φίλοι, οι αδελφοί του Χριστού.
Όλα αυτά τα ζούμε καθημερινά στη ζωή μας είτε μέσα από συγκεκριμένες λεπτομερείς μορφές, είτε μέσα στην ησυχία μας, όταν αισθανόμαστε το εγώ μας σαν ομίχλη να παρεμποδίζει τη φανέρωση του Θεού. Όπως είπαμε παραπάνω, αυτά πού υπάρχουν πολύ έντονα μέσα μας, είναι κυρίως η γνώμη μας ως άποψη, το δικαίωμα ως συναίσθημα και το θέλημα ως βουλητική έκφραση της εγωπάθειας μας. Καλό είναι αυτά να τα πολεμήσουμε. Πηγαίνουμε στον πνευματικό μας, κάνουμε λίγη υπακοή, αγωνιζόμαστε όσο μπορούμε, κι έτσι καλλιεργούμε το φιλόσοφο νου. Θα λέγαμε πώς χρειάζεται να αποκτήσουμε και λίγο «μυαλό» πνευματικό. Συνήθως είμαστε επιστήμονες στο να ανιχνεύουμε τις αδυναμίες και τα πάθη των άλλων και εντελώς τυφλοί στο να αντικρίζουμε τις δικές μας. Έτσι όμως αδικούμε τον εαυτό μας και τη σχέση μας με το Θεό. Περιορίζουμε το δικαίωμα Του να μας μεταμορφώσει από εικόνες σε ομοιώματα Του.

Το θέλημα του Θεού


Κλικ εδώ
Το θέλημα του Θεού αποτελεί έκφραση της αγίας βουλήσεώς Του. Ο Θεός «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». Θέλημά Του είναι η σωτηρία μας και η επίγνωση της αλήθειας Του. Οι εντολές, στις οποίες αναφερθήκαμε νωρίτερα, και η τήρησή τους (ή τουλάχιστον η επιθυμία μας να ζήσουμε το πνεύμα των εντολών του Θεού) προσδιορίζουν το άγιο θέλημα Του και χαρίζουν τον απαραίτητο για την επίγνωση της αλήθειας Του φωτισμό. Είναι βέβαια αλήθεια ότι η ζωή μας ξεδιπλώνεται μέσα από διλήμματα, ευκαιρίες και δυνατότητες, οι οποίες προκαλούν ιδιαίτερα την ελευθερία μας· κι ακόμα μέσα από επιλογές που συχνά μας υποχρεώνουν να παλινδρομούμε μεταξύ της έκφρασης του δικού μας θελήματος και της αναγνώρισης του δικού Του. Ο Θεός όμως δεν λειτουργεί σαν γραμμική εξίσωση με μία λύση, διότι τότε θα έφτιαχνε άνθρωπο χωρίς ελευθερία. Ο Θεός για κάθε άνθρωπο και κάθε περίσταση, για κάθε στιγμή προσφέρει ως θέλημά Του άπειρες δυνατότητες, που όλες όμως εκφράζουν τη βούληση Του. Γι' αυτό και το θέλημα του Θεού δεν μοιάζει με το εγωιστικό δικό μας. Δεν υπάρχει για να δεσμεύει την ελευθερία μας, άλλα για να την ενεργοποιεί και να τη ζωντανεύει. Το ένα θέλημά μας καταργεί την ελευθερία μας και την υποδουλώνει στον εγωισμό μας. Τα άπειρα θελήματα του Θεού μας βοηθούν να ανακαλύψουμε την ελευθερία ως ύψιστο δώρο.
Η υποταγή και η ταύτιση της βούλησής μας στη βούληση του Θεού, φωτίζει το νου, γεννά την απόφαση και αναδεικνύει το πρόσωπο. Υπάρχει μια θαυμάσια μονολόγιστη προσευχή που εκφράζει αυτό το φρόνημα: «Κύριε, ποίησόν με οίον θέλεις και ως θέλεις· καν θέλω, καν μη θέλω». Αν η καρδιά ενός ανθρώπου μπορεί να προσεύχεται με αυτό τον τρόπο, είναι δυνατόν να διερωτάται ποιο είναι το θέλημα του Θεού; Ο Θεός έχει άπειρα θελήματα που τα προσφέρει ο καθένα μας ως ευκαιρίες και δυνατότητες. Όταν εμείς ταυτιστούμε με τη βούληση Του, τότε διακρίνουμε το ένα που μπορούμε να επιλέξουμε και ξεκάθαρα να αποφασίσουμε.
Η κοσμική ηθική, η ηθική των αρχαίων ελλήνων φιλοσόφων, στηριζόταν στην υποταγή της φύσεως στη βούληση του άνθρωπου. Αντίθετα, ή πνευματική ηθική βασίζεται στην υποταγή της ανθρώπινης βούλησης στη βούληση του Θεού. Το πρώτο γεννά εγωισμό· το δεύτερο, ταπείνωση που προσελκύει τη χάρι του Θεού. Έτσι, υποτάσσεται όλος ο άνθρωπος -ψυχή και σώμα, φύση και πνεύμα- στη χάρι Του. Έτσι γίνεται «θείας κοινωνός φύσεως» και «εγνωσμένος υπό Θεού». 


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...