ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

Πνευματικά "φαινόμενα", περιπτώσεις πλάνης & ο άγιος γέροντας Δανιήλ Κατουνακιώτης


Βιογραφία του μεγάλου και αγίου Γέροντα Δανιήλ (1846-1929), ασκητή στα Κατουνάκια του Αγίου Όρους, διαβάστε εδώ.
Μικρό απόσπασμα: "Ήδη ενώ ζούσε ακόμη στην λιτή και πενιχρή στην αρχή καλύβη του, διευρυμένη αργότερα για να φιλοξενεί τους διερχόμενους προσκυνητές, είχε επιβληθεί στην συνείδηση των Αγιορειτών Πατέρων ως κανών και γνώμων Ορθοδοξίας, ως ασφαλές κριτήριο για την διάγνωση των πλανών με τις όποιες ο «δολομήτης Σατάν», όπως έλεγε, παρέσυρε και προχωρημένους ακόμη μοναχούς. Κατέληξε να είναι ο εκφραστής της αυτοσυνειδησίας του Άγιου Όρους, ο υπέρμαχος της ορθοδόξου πίστεως και ζωής, την γνώμη του όποιου, ως εγγύηση Ορθοδοξίας, ζητούσαν από τον κόσμο με ερωτήματα και επιστολές αγωνιώντες για την αποστασία και τις παρεκκλίσεις ορθόδοξοι πιστοί..."

Μια δύσκολη μεταστροφή (Α΄. Από εδώ)
 
Ο π. Δανιήλ (1846-1929)
  Προς τα τελευταία χρόνια της ζωής του Γέροντος συμπίπτει η μεταστροφή του Κωστή Μαρμαρά. Μία περίπτωσις που κούρασε αρκετά τον Κατουνακιώτη μοναχό.
   Ο Κωστής που καταγόταν από το Αϊδίνιο της Μ. Ασίας και ζούσε στην Αρναία της Χαλκιδικής ήταν ανήσυχο πνεύμα και του άρεσε να ασχολείται με πολλά πράγματα. Ήταν φαρμακοποιός και πρακτικός ιατρός. Ήταν φωτογράφος και είχε ιδικό του φωτογραφείο. Είχε κλίση προς τη θρησκεία και κατείχε τη βυζαντινή μουσική.
   Συνέβη να γνωρίσει μερικούς πνευματιστάς και έδειξε ενδιαφέρον για την τέχνη τους. Σιγά-σιγά το ενδιαφέρον αυξήθηκε, ώσπου αφοσιώθηκε ολόψυχα στον πνευματισμό. Τυλίχτηκε τόσο πολύ στα δίχτυα της σατανικής αυτής τέχνης, ώστε ήταν αδύνατο να απαλλαγεί. Ούτε πέντε ούτε δέκα, αλλά τριάντα ολόκληρα χρόνια ασχολείτο με τον πνευματισμό, χωρίς να υποπτεύεται ότι πίσω από όλα αυτά τα φαινόμενα κρύβονταν οι πονηροί δαίμονες.
   Η αρχή ήταν μία απλή περιέργεια. Άκουσε για τα τραπέζια που στις πνευματιστικές συνεδριάσεις έκαναν αυτόματες κινήσεις. Θέλησε να ερευνήσει την περίπτωση και να ιδή αν πρόκειται για ηλεκτρισμό ή για παρέμβαση πνευμάτων. Διεπίστωσε ότι ο ηλεκτρισμός δεν μπορούσε να εξηγήσει τις κινήσεις των τραπεζιών. Η αιτία ήταν τα πνεύματα. Αλλά τι είδους πνεύματα ήταν; Αγαθά ή πονηρά; Σχημάτισε την ιδέα ότι ήταν άγια πνεύματα, και έτσι παραδόθηκε ανεπιφύλακτα στις αγκάλες του Πνευματισμού.

   Η επίδοσίς του είχε επιτυχίες. Προχώρησε στην αυτόματη γραφή και κατόπιν στη νοομαντεία. Μπορούσε να επικοινωνεί με τα πνεύματα των νεκρών. Ιδιαίτερα τον ευχαριστούσε να συνομιλεί με επιφανείς ιατρούς του Παρελθόντος και μάλιστα με τον …Ιπποκράτη, ο οποίος του έδινε διάφορες ιατρικές συνταγές και του προέλεγε για την τύχη ορισμένων ασθενών. Επικοινωνούσε ακόμη με διάφορους …Αγίους, καθώς και με …Αγγέλους. Υπέβαλλε ερωτήσεις, δεχόταν απαντήσεις, αποκαλύψεις, ουράνια μηνύματα.
   Το πρώτο έναυσμα για να συνέλθη από την πλάνη του το έδωσε ένα μικρό βιβλίο. Ήταν το έργο του γερο-Δανιήλ «Κατά πνευματιστών». Διαβάζοντάς το ταράχθηκε. Με δυνατά επιχειρήματα ο Αγιορείτης συγγραφεύς παρουσίαζε τα πνευματιστικά φαινόμενα σαν έργα δαιμόνων. Άρχισαν οι αγωνίες και τα ερωτήματα. Τώρα ζητούσε μία βοήθεια. Και αυτήν τη βρήκε στην αλληλογραφία με τον Κατουνακιώτη μοναχό.
   Τα γράμματα του Γέροντος τον βοηθούσαν να εγκαταλείπει σιγά-σιγά το δηλητηριασμένο χώρο των δαιμόνων. Αυτό όμως δεν ήταν και τόσο εύκολο, γιατί η πολυχρόνια συνεργασία μαζί του, τους είχε δώσει δικαιώματα επάνω του. Ακόμη και ξυλοκόπημα δεχόταν εκ μέρους των.

   «Συνήντησα – αναφέρει σε μία του επιστολή ο Κωστής – ένα ενάρετο Ιερέα και του ζήτησα ένα μέσον για να πολεμήσω το σατανά. Εκείνος μου υπέδειξε τη δεύτερη ευχή των εξορκισμών του Μ. Βασιλείου. Μόλις τη διάβασα ανεφώνησα: «Βρήκα αδάμαντα. Βρήκα όπλο για να κυνηγήσω το σατανά». Αλλά τη νύχτα, μόλις έσβησα τη λάμπα και έπεσα να κοιμηθώ ήρθαν οι δαίμονες και με έδειραν με γρονθοκοπήματα. Αυτό έγινε τρεις βραδιές. Μία άλλη φορά προσκάλεσα έναν Ιερέα να μου διαβάσει την Παράκληση και την δεύτερη ευχή του Μ. Βασιλείου. Ο διάβολος επετέθη αόρατα εναντίον του και του τραβούσε δυνατά από πίσω το ράσο, ενώ άλλη φορά, όσο διάβαζε ο Ιερεύς τους εξορκισμούς, ο διάβολος γαύγιζε σαν σκύλος!».
 
Β΄. Από εδώ


Ο Κωστής κατόρθωσε να απαλλαγεί από τις σατανικές ενοχλήσεις. Πλην όμως ο εχθρός δεν εννοούσε να τον αφήσει εντελώς ήσυχο. Τον επείραζε με άλλο, πιο δυσδιάκριτο τρόπο.
   Πολλές φορές αισθανόταν ότι μέσα στον εγκέφαλό του υπήρχε ολοζώντανη η μορφή του Αποστόλου Παύλου. Παρουσιαζόταν ψηλός, με τη συνηθισμένη ενδυμασία, τα χέρια ακουμπισμένα σ’ ένα μεγάλο ραβδί, και άλλοτε έπαιρνε τη μία έκφραση και άλλοτε την άλλη. Επίσης ορισμένες φορές έβλεπε μέσα στο μυαλό του το Ευαγγέλιο. Συχνά άκουγε μέσα στο μυαλό του ορισμένες φράσεις, τις οποίες και  χρησιμοποιούσε όταν είχε συζήτηση με άλλους. Τα φαινόμενα αυτά τα θεωρούσε ως προϊόντα της χάριτος. Και ο γερο-Δανιήλ δυσκολεύθηκε πολύ να τον πείσει ότι ανήκουν στην πλάνη και ότι δεν πρέπει να τα αποδέχεται.
   Κάποια φορά ο Κωστής, ώρα 12 μεσημβρινή, περνούσε έξω από το Ναό των Αγίων Αναργύρων Αρναίας, προκειμένου να πάει σε κάποιον άρρωστο που έπασχε από γριππώδη πνευμονία. Στην πρόθεση του Ναού, στο Ιερό, όπου έκαιε μία κανδήλα  εμπρός στην εικόνα των Αγίων Αναργύρων (η εικόνα τοποθετήθηκε προσωρινά εκεί, διότι στον κυρίως Ναό εργάζονταν μάστοροι) αντίκρυσε ένα πολύ ζωηρό φως. Πλησιάζοντας προς το παράθυρο αντίκρυσε κάποιον άνθρωπο που παρατηρούσε την κανδήλα των Αγίων. Τη στιγμή εκείνη βγήκε προς τον κυρίως Ναό. Τα βήματά του ακούγονταν καθαρά.

-    Ποιος είναι; Ποιος είναι; άρχιζε να φωνάζει ο Κωστής. Σχημάτισε την εντύπωση ότι επρόκειτο για ληστεία. Με άλλους τέσσερις περαστικούς μπαίνουν μέσα στο Ναό, αναζητώντας τον υποτιθέμενο ληστή, αλλά δε βρήκαν απολύτως τίποτε.
   Αυτού του είδους τα εντυπωσιακά περιστατικά τα έγραφε στο γερο-Δανιήλ και ζητούσε τη γνώμη του. Και ο σοφός Γέροντας του εξηγούσε ότι αποτελούν κατάλοιπα της παλαιάς του συνεργασίας με τα πονηρά Πνεύματα και γι’ αυτό να τα απορρίπτει.
   Άξιον θαυμασμού είναι ότι, παρ’ όλο που ο Κωστής εγκαταλείποντας τον πνευματισμό, ζούσε μία έντονη χριστιανική ζωή, ο εχθρός τον ενοχλούσε με ψευδοαποκαλύψεις και ψευδοοράματα.
   Είπαμε ότι ζούσε μία έντονη χριστιανική ζωή. Ας ιδούμε μόνο τους αγώνες του στον τομέα της προσευχής: Επήγαινε κάθε βράδυ στο Ναό των Αγίων Αναργύρων και διάβαζε το απόδειπνο και την παράκληση των Αγίων. Επιστρέφοντας στο σπίτι του απεμονώνετο σ’ ένα δωμάτιο και διάβαζε τον κανόνα του Αγ. Ιωάννου του Δαμασκηνού προς τη Θεοτόκον σε βαρύ ήχο, τους χαιρετισμούς, τον κανόνα στους Αγίους Πάντας και τον κανόνα «εις τον Γλυκύτατον Ιησούν». Επίσης, όταν καβάλα στο ζώο επήγαινε για κάποια ιατρική επίσκεψη σ’ ένα γειτονικό χωριό, διάβαζε πολλούς παρακλητικούς κανόνες σε διαφόρους Αγίους, τον εσπερινό ή το απόδειπνο, εάν ήταν αργά, έλεγε απ’ έξω την «τιμιωτέραν» κλπ. Και παρ’ όλα αυτά, εάν δεν τον βοηθούσε η σοφία και η διάκρισις του γερο-Δανιήλ κινδύνευε να γίνει έρμαιο της πλάνης.
   Στα κατάλοιπα του γερο-Δανιήλ σώζεται μία επιστολή του Κωστή, όπου υπάρχουν διάφορα ερωτήματα σχετικά με τις ικανότητες των πονηρών πνευμάτων. Ζητεί δηλαδή από το Γέροντα να του διευκρινήσει, εάν ο σατανάς μπορεί να ειπή το «Άγιος ο Θεός, άγιος ισχυρός, άγιος αθάνατος, ελέησον ημάς», το «Είδομεν το φως το αληθινόν… αδιαίρετον τριάδα προσκυνούντες…» και το «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον…».
   Δύσκολη ομολογουμένως η περίπτωση του Κωστή. Αλλά με την υπομονή του και την προσευχή του και τις πολλές του επιστολές ο γερο-Δανιήλ κατόρθωσε να τον λυτρώσει από τα δεσμά του δολίου εχθρού. Σχετικώς ο Αδελφόθεος σημειώνει: «Ο επιστρέψας αμαρτωλόν εκ πλάνης οδού αυτού σώσει ψυχήν εκ θανάτου και καλύψει πλήθος αμαρτιών».


Η πλάνη του Καλλίστρατου (από εδώ)


Φωτο από εδώ
   Όσο πιο ψηλά ανεβαίνει κανείς, τόσο περισσότερο εκτίθεται σε κινδύνους, και μάλιστα όταν στερείται έμπειρο πνευματικό καθοδηγητή, ικανό να διακρίνει τα «πνεύματα».
   Κάτι τέτοιο συνέβη και στον Αγιοσαββίτη μοναχό π. Καλλίστρατο. Επί σαράντα έτη αγωνιζόταν ασκητικά γεμάτος ένθεο ζήλο τόσο στη Μονή του Αγίου Σάββα, όσο και σε άλλα ερημικά μέρη της Παλαιστίνης, όπως λ.χ. σ’ ένα σπήλαιο στο «Κοράκι» κοντά στο όρος Νεβώ, όπου ενταφιάσθηκε ο Μωϋσής. Παρ’ όλο που είχε σημειώσει νίκες και τρόπαια κατά του αοράτου εχθρού, προς το τέλος της ζωής του υπέπεσε σε πλάνη. Δεχόταν ως θεϊκή την σατανική ενέργεια που τον επισκεπτόταν σε ώρες προσευχής και του έφερνε κάποιο συγκλονισμό στην ύπαρξή του.

   Γινόταν, ας πούμε, η Ακολουθία του Όρθρου, και ξαφνικά έβλεπαν οι άλλοι μοναχοί τον π. Καλλίστρατο να κινείται και να δονείται και να κλονίζεται ολόκληρος. Σε σχετικές συζητήσεις και παρατηρήσεις ήταν έτοιμος να αμυνθεί και να υποστηρίξει πως οι εκδηλώσεις αυτές οφείλονταν σε πλούσια επίσκεψη της θείας Χάριτος. Παρέπεμπε μάλιστα και στο εδάφιο Ιωάν. 11, 33 – «Ιησούς ουν ως είδεν αυτήν (την Μαρίαν, την αδελφή του Λαζάρου) κλαιούσαν και τους συνελθόντας αυτή Ιουδαίους κλαίοντας, ενεβριμήσατο τω πνεύματι και ετάραξεν εαυτόν».    Είναι παλαιά συνήθεια να προσπαθούν όλοι οι πλανεμένοι να κατοχυρώνουν την πλάνη τους ή την αίρεσή τους με αγιογραφικά εδάφια. Το ίδιο κάνουν και οι αιρετικοί  Πεντηκοστιανοί, που πιστεύουν πως όταν τους επισκέπτεται με ορμή το «Άγιον Πνεύμα», δονούνται υπερβολικά στο σώμα και μπορεί να πέσουν και κάτω και να κυλιώνται στο έδαφος! Και μη χειρότερα!
   Οι Πατέρες της Μονής σκανδαλίζονταν πολύ με την περίπτωσή του. Τον νουθετούσαν. Ζητούσαν να διορθωθεί. Αλλά δεν είχαν την πνευματική δύναμη να τον πείσουν ότι πρόκειται για πλάνη. Ο ίδιος ενώ παραδεχόταν ότι προέρχονταν οι δονήσεις από θεία ενέργεια, δεν αποκλείεται μερικές φορές να αμφέβαλλε κάπως. Και έχοντας ακούσει για την διορατικότητα του Αγιορείτου γερο-Δανιήλ, απεφάσισε να ζητήσει τη γνώμη του.
   Στις 28 Μαρτίου του 1911 ετοίμασε μια εκτεταμένη επιστολή και την έστειλε στα Κατουνάκια. Εκεί περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια την περίπτωσή του. Περιέγραφε και τον σκανδαλισμό των αδελφών, που δεν μπορούσαν να διακρίνουν τα σημεία της Χάριτος!... Και ζητούσε να του υποδειχθεί τρόπος, ώστε να αποφεύγει αυτόν τον σκανδαλισμό.
   Στις 2 Απριλίου ο σοφός Γέροντας των Κατουνακίων ετοίμασε την απάντησή του. Σ’ αυτή κάνει πολύ λόγο για τα σκιρτήματα που οφείλονται στη θεία χάρη και για τις άλογες κινήσεις και ταραχές του σώματος που προέρχονται από την πλάνη.
   Με δυνατά επιχειρήματα του δείχνει ότι τα ιδικά του «αλλόκοτα κινήματα και οι σπαραγμοί του σώματος» κάθε άλλο παρά θεϊκά είναι.
   Του εξηγεί για τις προϋποθέσεις που έχει η «απλανής κοινωνία της χάριτος». Δηλαδή για την πραγματική απάρνηση του κόσμου, για την τελεία υποταγή και αφοσίωση στον έμπειρο Γέροντα, για την πλήρη εκκοπή του ιδίου θελήματος, για την αγόγγυστο υπομονή των πάσης φύσεως πειρασμών, για την ανελλιπή άσκηση του καθημερινού μοναχικού κανόνος, για την καθαρά εξομολόγηση…
   Του υπενθυμίζει τις γνώμες των μεγάλων Νηπτικών και κυρίως του αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου: Στον καιρό της προσευχής να μη παραδεχώμεθα ούτε φως ούτε φωτιά ούτε σχήμα Χριστού ή Αγγέλου, αλλά να διατηρούμε το νου μας άχρωμο, ασχημάτιστο, άμορφο, αφάνταστο.
Η εμφάνισις της θείας χάριτος σαν «φως ανατέλλον» ή σαν «έντρομος αγαλλίασις» είναι γνωστή στον πονηρό δαίμονα, ο οποίος παρουσιάζει στους «μη κεκαθαρμένους» παραπλήσιους τύπους και ενέργειες, και τους παραπλανά, χωρίς να το αντιληφθούν.
Η παρουσία γνησίων σημείων της χάριτος στους αγωνιστάς, μπορεί να οδηγήσει αργότερα, όταν λείπει ο απλανής πνευματικός οδηγός, σε πλάνη. Ο εχθρός γνωρίζει να τους εξαπατά και να τους κλέπτει «υποκρύφως». Ο αρχέκακος όφις είναι σε θέση να παραμορφώσει την υψηλή υπόθεση της νοεράς προσευχής. Και είναι ενδεχόμενο να νομίζει κάποιος πως έγινε ησυχαστής και όμως να καταντά «φανταστής» και παίγνιο των πονηρών πνευμάτων.
   Του τονίζει επίσης ότι με την ενέργεια της χάριτος ο άνθρωπος γίνεται νηφάλιος, γαλήνιος, ατάραχος ψυχικά και σωματικά, σεβάσμιος. Και μάλιστα πολλές φορές ακινητοποιείται εντελώς το σώμα, ενώ ο νους αρπάζεται σε θεϊκές αναβάσεις και θεωρίες. «Πολλών γαρ Αγίων τα σώματα κατά τον καιρόν της προσευχής θεαθέντα υπό άλλων εναρέτων ανδρών εφαίνοντο ωσεί νεκρά και ακίνητα, και όταν έπαυεν εκείνη η θεία ενέργεια ήρχοντο εις εαυτούς». Και ποτέ δεν συνέβη να εμφανίζουν οι Άγιοι τέτοιες κινήσεις, που μονάχα σκάνδαλο προξενούν και όχι ωφέλεια.
   Σε μία παράγραφο της επιστολής ο γερο-Δανιήλ κάνει μία χαριτωμένη παρατήρηση: «Αν νομίζεις, π. Καλλίστρατε, πως είναι ορθή και άψογη η συμπεριφορά σου, τότε ας την μιμηθούν και οι άλλοι εξήντα Πατέρες του Μοναστηριού σας, και ας αρχίζουν όλοι να δονούνται και να ταράζονται στις Ακολουθίες και στις Λειτουργίες, και φαντάσου τι έχει να γίνει τότε»!
   Του υπογραμμίζει και τον άλλο κανόνα, ότι η θεία χάρις που ενοικεί στην καρδιά ενός θεοφόρου ανθρώπου συνηθίζει να εκδηλώνει τις ενέργειές της και τις θεοφάνειες όχι ανάμεσα στους ανθρώπους, αλλά στη μοναξιά, στο κελί ή στην έρημο.
   Αφού ο θεοφώτιστος Γέροντας με πολλά επιχειρήματα αποκαλύπτει την πλάνη του, στο τέλος για να μην τον εκθέσει στο επικίνδυνο πνεύμα της λύπης του χορηγεί το βάλσαμο της παρηγοριάς.
   «Δεν εκπλήττομαι του λέγει – για το πάθημά σου. Δεν σε κατακρίνω γι’ αυτό αγαπητέ. Μόνο ο Θεός είναι άπταιστος και ανίκητος. Εμείς βλέπουμε ότι και πολλοί Άγιοι υπέπεσαν σε τέτοιες αποπλανήσεις. Αλλά ο φιλανθρωπότατος Ιησούς μας δεν τους άφησε σ’ εκείνη την απάτη, αλλά τους έσωσε με θαυμαστό τρόπο.

     »Δεν ήταν, σεβαστέ μου, αγιότατος και δοκιμότατος πατήρ ο Άγιος Κύριλλος ο Φιλεώτης; Και όμως στο τέλος της επιγείου ζωής του δεν έπεσε σ’ εκείνη τη φρικτή πλάνη; Ο Πανάγαθος όμως Θεός δεν τον άφησε μέχρι τέλους, αλλά τον έσωσε με θαυμαστό τρόπο.
   »Δεν έπεσαν από άγνοια σε κακόδοξες αιρέσεις και ο αββάς Γεράσιμος και ο Μέγας Ιωαννίκιος και ο Άγιος Αυγουστίνος; Και όμως ο Θεός οικονόμησε τη λύτρωσή τους, και σήμερα τιμώνται και δοξάζονται από την Εκκλησία! Καθώς εκείνοι, επειδή είχαν άλλες θαυμάσιες αρετές, δεν εγκατελείφθησαν, και συ, αγαπητέ μου Γέροντα, θα εξέλθης νικητής».
   Στην καρδιά του π. Καλλιστράτου υπήρχε αρκετό περιθώριο για να δράσει ο Θεός. Δεν έλειπε η αγαθή προαίρεσις. Απλώς δεν έτυχε να βοηθηθεί ως τώρα από έμπειρο και διακριτικό Γέροντα. Γι’ αυτό η επιστολή του γερο-Δανιήλ είχε άμεση επίδραση. Σαν δυνατό φως άρχισε να διασκορπίζει τα σκοτάδια που τόσα χρόνια σύγχυζαν το πνεύμα του. Όταν μάλιστα αργότερα έλαβε και δεύτερη επιστολή, απαλλάχθηκε τελείως από κάθε πλάνη και σατανική κίνηση. Και γεμάτος ταπείνωση έγραψε στο θεοφώτιστο Αγιορείτη Γέροντα:
   «Η επιστολή σου ήταν δίστομος μάχαιρα εναντίον του εχθρού. Με ταχύτητα αστραπής εξαφανίσθηκε η ενέργεια του Σατανά, η πολυχρόνια αυτή τυραννία, που με εξαπάτησε να τη θεωρώ ενέργεια του Θεού και να καυχώμαι. Τώρα απορώ και εξίσταμαι πώς ενήργησε η σεβαστή οσιότης σου, πώς έδειξε απέναντί μου, σ’ εμένα το αίσχος των ανθρώπων, τον ευτελή και ανάξιο, τόση υπερβολική ταπείνωση, πώς ο παντεπόπτης Κύριος που δεν επιθυμεί το θάνατο του αμαρτωλού, ένευσε στην αγαθή καρδιά σου, ώστε να με σηκώσεις από την πτώση όπου με οδήγησε ο θηριώνυμος δράκοντας. Μου φάνηκες σαν άγγελος απεσταλμένος από το Θεό, διότι τα λόγια σου ήταν λόγια Θεού και μόλις τα διάβασα και τα κατενόησα, εξαφανίσθηκε όλη η ενέργεια του εχθρού.
   »Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου…
   »Με ποια γλώσσα να υμνήσω και να μεγαλύνω και να υψώσω αυτή την ευεργεσία! Με άκουσες και έσπευσες γρήγορα να μου ομιλήσεις για την απάτη και την πλάνη του σατανά. Δεν έχω χάρισμα να γράφω ωραία, για να βρω τα κατάλληλα λόγια να σε ευχαριστήσω. Ο Κύριος να σε ανταμείψει για όλα.
   »Αυτά που συνέβησαν σ’ εμένα, οφείλονταν στην έλλειψη οδηγού. Ενώ έκανα νυκτομαχία, νόμιζα πως έκανα θεάρεστους αγώνες…»
   Ο γερο-Δανιήλ συγκινήθηκε υπερβολικά από την τόσο ευχάριστη εξέλιξη της υποθέσεως. Και σχολίαζε την περίπτωση με τα εξής χαρακτηριστικά λόγια:
   «Όλα προέρχονται από τον Πανάγαθον Θεόν. Είδε ο Θεός την πίστη του και με εφώτισε πώς να του απαντήσω. Αυτός ο άνθρωπος είχε καλή προαίρεση και φόβο Θεού, και γι’ αυτό τον λύτρωσε παράδοξα ο Κύριος. Εγώ δεν πίστευα πως θα λυτρωνόταν τόσο γρήγορα και πως ένας τέτοιος παλαιός αγωνιστής θα έδειχνε τόση πίστη και ταπείνωση. Είθε οι ευχές του να με ενισχύσουν κι εμένα που γράφω, αλλά δεν πράττω».


Έλεγε την "ευχή του Ιησού" και άρχιζαν τα "φαινόμενα"... (από εδώ)

Ο π. Αλύπιος, της Ι. Μονής Ξενοφώντος, διακρινόταν πολύ για τον ζήλο του. Ιδιαίτερα αγαπούσε να βρίσκει ένα ήσυχο μέρος και να προσεύχεται συνεχώς με την «ευχή», δηλαδή το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Κάθε φορά που έλεγε την «ευχή» σκιρτούσε η ψυχή του από ουράνια, ανέκφραστη χαρά.
Κάποτε όμως τα πράγματα πήραν άσχημη τροπή. Χωρίς να μπορεί κι ο ίδιος να καταλάβει τι συνέβη, αδυνατούσε να συνεχίσει την «ευχή». Αν δοκίμαζε μια φορά να την πει, αμέσως – φοβερό και ανεξήγητο – άρχιζε να κλονίζεται το σώμα του. «Και το περίεργον και απορίας άξιον – όπως γράφει κάπου ο ίδιος ο γερο-Δανιήλ - όπου ταραττομένου του σώματός του συνεταράττοντο και όσοι παραπλέυρως αυτού εν τοις στασιδίοις τοις συνεχομένοις απ’ αλλήλων, όλοι ομού μετά των στασιδίων συνεχόρευον οιονεί και συνεταράττοντο. Όταν δε επίσης ηύχετο εν τω κελλίω αυτού, αυτό μετά των παρακειμένων κελλίων, δίκην βεζουβίου εκρήξεως εδονούντο, πράγμα όντι πρωτάκουστον» (Επιστολή προς Γέροντα Καλλίστρατον, 2-4-1911). Εσείετο ο τόπος. Τι γέροντες και Πνευματικοί τον είδαν, τι προσευχές και εξορκισμούς του διάβασαν… Το αποτέλεσμα μηδέν.
Η υπόθεσις έπαιρνε τραγικές διαστάσεις. Επειδή ο π. Αλύπιος είχε, χρόνια τώρα, γίνει ένα με την ευχή, δεν μπορούσε να την σταματήσει. Έτσι ασυναίσθητα, στο κελλί του, στην Εκκλησία, στο φαγητό, στην εργασία κ.λ.π. επρόσφερε ενδόμυχα τα ιερά λόγια. Και αμέσως το κρεβάτι ή τα στασίδια ή το τραπέζι ή τα πράγματα της εργασίας όλα εσείοντο. Και όσοι τυχόν πατέρες ήσαν δίπλα του πήγαιναν και αυτοί πέρα-δώθε! - Σταμάτα, πάτερ Αλύπιε, να λες την «ευχή». Δεν βλέπεις τι κακό γίνεται;
- Μα μήπως το θέλω; Ασυναίσθητα την προφέρω. Συγχωρήστε με πατέρες.
Αφού απελπίσθηκαν απ’ όλους, σκέφθηκαν τον γερο-Δανιήλ. Και ο π. Αβέρκιος, ο οικονόμος του μοναστηριού, ξεκίνησε με τον π. Αλύπιο για τα Κατουνάκια. Βράδυασαν στη Σιμωνόπετρα.
- Πρόσεχε, πάτερ Αλύπιε. Τώρα που θα πάμε στο μοναστήρι μην πεις την «ευχή» και τρομοκρατήσουμε τους πατέρες…
Στον νάρθηκα όμως της Εκκλησίας ξεχάσθηκε και την πρόφερε μία φορά και γύρω του τότε γίνηκε… σεισμός. Την άλλη ημέρα έφθασαν στα Κατουνάκια.
Ο γερο-Δανιήλ έμαθε εν ολίγοις το ιστορικό και μετά πήρε ιδιαίτερα τον π. Αλύπιο.
- Εγώ, του είπε, δεν είμαι Πνευματικός, αλλά πρέπει να μάθω λεπτομερώς την πνευματική σου ζωή. Θα μου κάνεις λοιπόν γενική εξομολόγηση και θα περιγράψεις το πώς σου συνέβη για πρώτη φορά το φαινόμενο.
- … Εκείνη τη νύχτα αγρυπνούσα στο παρεκκλήσιο της αμπελικής κοντά στη Μονή και προσευχόμουνα με το κομποσχοίνι. Σε μια στιγμή χτύπησε ο μάνταλος της πόρτας. Ένοιωσα ένα φόβο στην καρδιά μου και έναν κλονισμό στο σώμα μου. εγώ συνέχισα την προσευχή. Εν τω μεταξύ τα χτυπήματα έγιναν περισσότερα. Ο μάνταλος πήγαινε πάνω-κάτω. Σε λίγο άρχισε να χτυπάει και η πόρτα. Ένα δυνατό χτύπημα. Δεύτερο δυνατό χτύπημα. Αντιλήφθηκα πως ήταν κάτι σατανικό. Προχώρησα ως την πόρτα, αλλά δεν είδα τίποτα. Σε λίγο πάλι χτυπήματα και πάλι κλονισμός στο σώμα μου. βεβαιώθηκα τότε πως ήταν του διαβόλου και δεν έδωσα σημασία. Με περισσότερο τώρα ζήλο έλεγα την «ευχή». Τα χτυπήματα όμως αυξήθηκαν και όχι μόνο το σώμα μου, η πόρτα, αλλά και ολόκληρη η Εκκλησία βρισκόταν σε μία περίεργη κίνηση. Από τη στιγμή εκείνη, όταν σταματούσα την «ευχή» έπαυαν οι κινήσεις. Όταν την έλεγα, άρχιζαν. Έτσι έχουν τα πράγματα, άγιε γέροντα.
Ο γερο-Δανιήλ βυθίστηκε σε σκέψεις. Πρωτάκουστη περίπτωση. Αλλά δεν τον εφόβισε. Και δικαίως, γιατί στους πνευματοφόρους ανθρώπους τίποτε δεν μένει ανεξήγητο. «Ο πνευματικός», όπως το γράφει και ο Απόστολος, «ανακρίνει πάντα». Για μια στιγμή σαν να φωτίστηκε, ρώτησε τον μοναχό:
- Πάτερ Αλύπιε, όταν άρχισαν τα πρώτα έντονα χτυπήματα στην πόρτα, και αντελήφθεις ότι πρόκειται για διαβολική ενέργεια, τι είπες με το λογισμό σου; Τι αισθήματα κυριάρχησαν στην ψυχή σου; Φόβος και δειλία ή αταραξία και περιφρόνησις; Ή μήπως κάτι άλλο τυχόν;
Ο π. Αλύπιος ανέφερε λεπτομέρειες. Και ο γερο-Δανιήλ βρήκε την εξήγηση του φαινομένου: Καθώς ο διάβολος δημιουργούσε τον θόρυβο, ο π. Αλύπιος έλεγε μέσα του: «Ας χτυπάει όσο θέλει. Εμένα δεν πρόκειται να με αποσπάσει από την προσευχή μου. Μήπως τα ίδια δεν έκανε και στο Μέγα Αντώνιο; Αυτός τη δουλειά του κι εγώ τη δική μου. Είτε ο κλονισμός στο σώμα μου είναι ενέργεια της χάριτος είτε ενέργεια του φθονερού μισοκάλου, εγώ πρέπει συνεχώς μέχρις εσχάτου μου αναπνοής να λέγω την ευχή, και θα σκάσει ο διάβολος». Δηλαδή τον κατέλαβε μία αδιόρατη εκ πρώτης όψεως ομίχλη υπερηφανείας και έδειξε προς τον εχθρό υπεροπτική περιφρόνηση, σαν να είχε φθάσει στα μέτρα του Μεγάλου Αντωνίου. Μολυσμένη πια η προσευχή του από την οίηση δεν ανέβαινε ευπρόσδεκτη στο Θεό.
Ο γερο-Δανιήλ ανέλυσε σε βάθος την υπόθεση και συμβούλεψε τον πολεμούμενο:
- Από τώρα και πέρα λέγε την «ευχή» με ταπείνωση, με συντριβή. Να το αισθάνεσαι, όταν το λες. Να το πιστεύεις ότι είσαι ένας αμαρτωλός, ένας υπόδικος στα μάτια του Θεού. Να θεωρείς την ταραχή του σώματος ως σατανική ενέργεια. Και όταν παρουσιασθεί να παρακαλάς νοερά το Χριστό να την φυγαδέψει. Έτσι μόνο θα ελκύσεις την Θεία Χάρη.
Ο ταλαιπωρημένος από το διάβολο μοναχός βρήκε τη θεραπεία του. Προσευχήθηκε ταπεινά και ειρήνεψε. Ρίχθηκε από τότε με περισσότερο ζήλο στους πνευματικούς αγώνες και στην κατάκτηση της ταπεινώσεως. Αναφέρεται σχετικά ότι απέκτησε το κατά δαιμόνων χάρισμα, αφού με τις φροντίδες του και τις προσευχές του θεραπεύτηκε ένας δαιμονισμένος ονόματι Ευδόκιμος, από την Τήνο, που παρέμενε στην Ι. Μονή Ξενοφώντος. Και τι δαιμονισμένος! Όχι μόνο έβγαζε άτακτες κραυγές και ύβρεις, αλλά πολλές φορές έσπαζε και τις αλυσίδες του. Επί πλέον ερρυπαίνετο συνέχεια από την σωματική του ακαθαρσία. Για να τον θεραπεύσει ο π. Αλύπιος εμόχθησε τρία ολόκληρα χρόνια!


Ενότητα για το Γέροντα Δανιήλ Κατουνακιώτη στο ιστολόγιο Αναβάσεις.
Καταχωρίσεις για το Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη (1912-1998)
"Εις όρος μικρόν": μια ταινία & πολλά posts για το μοναχισμό 
Η Παναγία και οι Αγιορείτες

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΕς ΟΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ.
ΝΕΚΡΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ,ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΎΜΕ...