ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Δευτέρα, 28 Απριλίου 2014

Οι Πράξεις των Αποστόλων, κεφ. 15-17


Το αρχαίο κείμενο των Πράξεων μπορείτε να το δείτε εδώ & εδώ. Τη μετάφραση την αναδημοσιεύουμε από εδώ. Το προηγούμενο τμήμα είναι εδώ & το 1ο μέρος - με εισαγωγικά στοιχεία - εδώ. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15

Οι χριστιανοί που προέρχονται από εθνικούς και ο Μωσαϊκός νόμος

1 Μερικοί που κατέβηκαν από την Ιουδαίαν, εδίδασκαν τους αδελφούς ότι, εάν δεν περιτέμνονται κατά το έθιμον του Μωϋσέως, δεν μπορούν να σωθούν.
2 Επειδή δε ο Παύλος και ο Βαρνάβας είχαν φιλονεικίαν και συζήτησιν πολλήν μαζί τους, εκανόνισαν να ανεβούν ο Παύλος και ο Βαρνάβας και μερικοί άλλοι από αυτούς προς τους αποστόλους και τους πρεσβυτέρους εις την Ιερουσαλήμ δια το ζήτημα αυτό.
3 Αφού η εκκλησία τους κατευώδωσε, διήρχοντο την Φοινίκην και την Σαμάρειαν και διηγούντο την επιστροφή των εθνικών· αυτό επροξενούσε μεγάλην χαράν εις όλους τους αδελφούς.
4 Όταν δε έφθασαν εις την Ιερουσαλήμ, τους υπεδέχθη η εκκλησία και οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι, και ανήγγειλαν όσα ο Θεός έκανε με αυτούς.
5 Ξεσηκώθηκαν όμως μερικοί από την αίρεσιν των Φαρισαίων, οι οποίοι είχαν πιστέψει, και έλεγαν, «Πρέπει να τους περιτέμνουν και να τους παραγγέλουν να τηρούν τον νόμον του Μωϋσέως».

Σύνοδος εις Ιερουσαλήμ

6 Τότε εμαζεύθηκαν οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι δια να εξετάσουν το ζήτημα αυτό.
7 Αφού δε έγινε πολλή συζήτησις, εσηκώθηκε ο Πέτρος και τους είπε, «Άνδρες αδελφοί, γνωρίζετε ότι ο Θεός, από τας πρώτας ημέρας, εδιάλεξε μεταξύ μας εμέ, δια να ακούσουν οι εθνικοί από το στόμα μου τον λόγον του ευαγγελίου και να πιστέψουν.
8 Και ο καρδιογνώστης Θεός έδωκε μαρτυρίαν υπέρ αυτών διότι τους έδωκε Πνεύμα Άγιον όπως και σ’ εμάς
9 και δεν έκανε καμμίαν διάκρισιν μεταξύ ημών και αυτών, διότι δια της πίστεως εκαθάρισε τις καρδιές τους.
10 Τώρα λοιπόν, γιατί πειράζετε τον Θεόν βάζοντες ζυγόν εις τον τράχηλον των μαθητών, τον οποίον ούτε οι πατέρες μας ούτε εμείς μπορέσαμε να βαστάξωμε;
11 Όχι· πιστεύομεν ότι δια της χάριτος του Κυρίου Ιησού θα σωθούμε όπως και εκείνοι».
12 Τότε όλο το πλήθος εσιώπησε και άκουαν τον Βαρνάβαν και τον Παύλον να διηγούνται όσα θαύματα και τέρατα έκανε ο Θεός εις τα έθνη δι’ αυτών.
13 Όταν αυτοί έπαυσαν να μιλούν, έλαβε τον λόγον ο Ιάκωβος και είπε, «Άνδρες αδελφοί, ακούστέ με.
14 Ο Συμεών εξήγησε πως αρχικώς ο Θεός εφρόντισε να αποκτήση από εθνικούς ένα λαόν που να φέρη το όνομά του.
15 Και σ’ αυτό συμφωνούν τα λόγια των προφητών, καθώς είναι γραμμένον:
16 Ύστερα θα επιστρέψω και θα οικοδομήσω εκ νέου την πεσμένην οικίαν του Δαυΐδ· θα οικοδομήσω εκ νέου τα ερείπιά της και θα την ανορθώσω,
17 ώστε οι λοιποί άνθρωποι να ζητήσουν τον Κύριον ως και όλοι οι εθνικοί, οι οποίοι καλούνται με το όνομά μου, λέγει ο Κύριος, ο οποίος θα πραγματοποιήση όλα αυτά.
18 Από τους αρχαιοτάτους χρόνους είναι γνωστά εις τον Θεόν όλα τα έργα του.
19 Δια τούτο έχω την γνώμην να μην φέρωμεν δυσκολίας εις εκείνους από τους εθνικούς που επιστρέφουν εις τον Θεόν,
20 αλλά να τους γράψωμεν να απέχουν από τον μολυσμόν των ειδώλων, από την πορνείαν, από ό,τι έχει στραγγαλισθή και από το αίμα.
21 Διότι ο Μωϋσής, από τους αρχαίους χρόνους, έχει σε κάθε πόλιν εκείνους που τον κηρύττουν, αφού διαβάζεται κάθε Σάββατον εις τας συναγωγάς».

Επιστολή προς τους χριστιανούς που προέρχονται επό εθνικούς

22 Τότε οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι μαζί με όλην την εκκλησίαν, απεφάσισαν να διαλέξουν άνδρας από τον κύκλον τους και να τους στείλουν μαζί με τον Παύλον και τον Βαρνάβαν εις την Αντιόχειαν, και εδιάλεξαν τον Ιούδαν ο οποίος επονομάζεται Βαρσαββάς και τον Σίλαν, που ήσαν προεστώτες μεταξύ των αδελφών,
23 και έστειλαν δι’ αυτών επιστολήν ως εξής: «Οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι και οι αδελφοί χαιρετίζουν τους αδελφούς της Αντιοχείας, της Συρίας και της Κιλικίας που προέρχονται από εθνικούς.
24 Επειδή ακούσαμεν ότι μερικοί από τον κύκλον μας σάς ανησύχησαν με τα λόγια τους και αναστάτωσαν το πνεύμα σας λέγοντες ότι πρέπει να περιτέμνεσθε και να τηρήτε τον νόμον, ενώ εμείς δεν τους εδώσαμεν καμμίαν εντολήν,
25 απεφασίσαμε όλοι μαζί να διαλέξωμεν άνδρας και να τους στείλωμεν σ’ εσάς μαζί με τους αγαπητούς μας Βαρνάβαν και Παύλον,
26 οι οποίοι αφιέρωσαν την ζωήν τους εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Εικ. από εδώ
27 Εστείλαμεν λοιπόν τον Ιούδαν και τον Σίλαν, οι οποίοι και προφορικώς θα σάς πουν τα ίδια.
28 Ότι, δηλαδή, απεφασίσθη από το Άγιον Πνεύμα και από μας να μη σάς επιβληθή κανένα περιπλέον βάρος παρά τα εξής ουσιώδη:
29 Να απέχετε από τα κρέατα που έχουν προσφερθή εις τα είδωλα, από το αίμα, από ό,τι έχει στραγγαλισθή και από την πορνείαν. Εάν φυλάξετε τους εαυτούς σας από αυτά, καλά θα κάνετε. Υγιαίνετε».
30Αυτοί λοιπόν έφυγαν και ήλθαν εις την Αντιόχειαν και αφού συνήθροισαν  την ολομέλειαν, παρέδωσαν την επιστολήν.
31 Όταν την εδιάβασαν, εχάρησαν διότι τους καθησύχασε.
32 Ο Ιούδας και ο Σίλας, που ήσαν και αυτοί προφήται, είπαν πολλά που ενεθάρρυναν τους αδελφούς και τους ενίσχυσαν.
33 Αφού δε έμειναν ένα διάστημα, έφυγαν με τας ευχάς των αδελφών δια μεταβούν εις εκείνους που τους είχαν στείλει.
34 Ο Σίλας όμως απεφάσισε να μείνη εκεί.
35 Ο Παύλος και ο Βαρνάβας έμειναν εις την Αντιόχειαν, και με άλλους πολλούς εδίδασκαν και εκήρυτταν τον λόγον του Κυρίου.

Ο Παύλος και ο Βαρνάβας αποχωρίζονται

36 Ύστερα από ολίγας ημέρας είπε ο Παύλος εις τον Βαρνάβαν, «Ας γυρίσωμε τώρα να επισκεφθούμε τους αδελφούς μας εις όλας τας πόλεις όπου εκηρύξαμεν τον λόγον του Κυρίου, δια να ιδούμε πώς είναι».
37 Ο Βαρνάβας ήθελε να πάρη μαζί του και τον Ιωάννην που ονομάζεται επίσης Μάρκος.
38 Αλλ’ ο Παύλος έκρινε καλόν να μη συμπαραλάβουν εκείνον που τους είχε εγκαταλείψει εις την Παμφυλίαν και δεν επήγε μαζί τους εις το έργον.
39 Εδημιουργήθηκε ως εκ τούτου διάστασις οξεία ώστε να αποχωρισθούν ο ένας από τον άλλον και ο Βαρνάβας, αφού παρέλαβε τον Μάρκον, έπλευσε εις την Κύπρον.
40 Ο δε Παύλος εδιάλεξε τον Σίλαν και έφυγε, αφού τον παρέδωκαν οι αδελφοί εις την χάριν του Θεού,
41 διήλθε δε την Συρίαν και την Κιλικίαν και εστήριζε τας εκκλησίας (*).

(*) Εκκλησίες = οι χριστιανικές κοινότητες.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16

Ο Τιμόθεος προσκολλάται εις τον Παύλον εις Λύστραν

1 Ήλθε και εις την Δέρβην και Λύστραν. Εκεί υπήρχε κάποιος μαθητής ονομαζόμενος Τιμόθεος, από μητέρα Ιουδαίαν, η οποία είχε πιστέψει, και από πατέρα Έλληνα.
2 Οι αδελφοί των Λύστρων και του Ικονίου τον εκτιμούσαν πολύ.
3 Ο Παύλος ήθελε να πάη ο Τιμόθεος μαζί του και τον επήρε και το περιέτεμε εξ αιτίας των Ιουδαίων που ευρίσκοντο εις τα μέρη εκείνα, διότι όλοι εγνώριζαν ότι ο πατέρας του ήτο Έλλην.
4 Και καθώς περνούσαν από τας πόλεις, παρέδιδαν εις αυτούς τας αποφάσεις που είχαν ληφθή από τους αποστόλους και τους πρεσβυτέρους εις την Ιερουσαλήμ, δια να τας τηρούν.
5 Και έτσι αι εκκλησίαι εστερούντο εις την πίστιν και κάθε ημέραν ηύξανε ο αριθμός των.

Περιοδεία του Παύλου εις την Μικράν Ασίαν

Το όραμα του απ. Παύλου (από εδώ)
6 Αφού επέρασαν την Φρυγίαν και την χώραν της Γαλατίας, επειδή εμποδίσθησαν από το Άγιον Πνεύμα να κηρύξουν τον λόγον εις την Ασίαν,
7 όταν έφθασαν στα μέρη της Μυσίας, προσπαθούσαν να βαδίσουν προς την Βιθυνίαν, αλλά δεν τους άφησε το Πνεύμα.
8 Αφού δε προσπέρασαν την Μυσίαν, κατέβηκαν εις την Τρωάδα.
9 Κατά την νύκτα παρουσιάσθηκε όραμα εις τον Παύλον: κάποιος άνδρας Μακεδών εστέκετο και τον παρακαλούσε λέγων, «Πέρασε εις την Μακεδονίαν και βοήθησέ μας».
10 Όταν είδε το όραμα, εζητήσαμεν αμέσως να φύγωμεν δια την Μακεδονίαν, διότι συμπεράναμεν ότι ο Κύριος μας προσκάλεσε να φέρωμεν εις αυτούς το χαρμόσυνον άγγελμα.

Ο Παύλος αποβιβάζεται εις Φιλίππους της Μακεδονίας

11 Αφού λοιπόν ξεκινήσαμε από την Τρωάδα, επλεύσαμεν κατ’ ευθείαν εις την Σαμοθράκην,
12 την δε επομένην εις την Νεάπολιν και απ’ εκεί εις τους Φιλίππους, η οποία είναι η πρώτη πόλις της περιοχής εκείνης της Μακεδονίας, μία αποικία Ρωμαϊκή, και εμείναμεν εις την πόλιν αυτήν μερικές ημέρες.
Βάπτιση αγ. Λυδίας, από εδώ
13 Την ημέραν του Σαββάτου εβγήκαμε έξω από την πόλιν σε μέρος κοντά εις τον ποταμόν, όπου ενομίζαμεν ότι υπήρχε τόπος προσευχής και εκαθήσαμε και εμιλούσαμε στις γυναίκες που είχαν μαζευθή εκεί.
14 Κάποια γυναίκα από την πόλιν των Θυατείρων, ονομαζομένη Λυδία, η οποία επωλούσε πορφύραν, γυναίκα θεοσεβής, άκουε ότι ο Κύριος της άνοιξε την καρδιά, δια να προσέχη εις όσα έλεγε ο Παύλος.
15 Όταν εβαπτίσθηκε αυτοί και οι οικιακοί της, μας είπε, «Εάν με εκρίνατε ότι είμαι πιστή εις τον Κύριον, ελάτε να μείνετε εις το σπίτι μου», και μας επίεζε.
16 Καθώς επηγαίναμεν εις τον τόπον της προσευχής μας συνήντησε κάποια υπηρέτρια που είχε πνεύμα μαντικόν, και με την μαντείαν έφερνε πολλά κέρδη εις τους κυρίους της.
17 Αυτή ακολουθούσε τον Παύλον και εμάς και εφώναζε, «Αυτοί οι άνθρωποι είναι δούλοι του Θεού του Υψίστου, και σάς αναγγέλουν τον δρόμον της σωτηρίας». Αυτό το έκανε πολλές ημέρες.
18 Ο Παύλος ήτο πολύ αγανακτισμένος και στραφείς είπε εις το πνεύμα, «Σε διατάσσω εις το όνομα του Ιησού Χριστού να βγής από αυτήν». Και εκείνην την στιγμήν εβγήκε.

Φυλάκισις και απελευθέρωσις του Παύλου και του Σίλα

19 Όταν όμως οι κύριοί της είδαν ότι εχάθηκε η ελπίδα των κερδών τους, έπιασαν τον Παύλον και τον Σίλαν και τους έσυραν εις την αγοράν προς τας αρχάς,
Η θεραπεία της δαιμονισμένης δούλης, από εδώ
20 και όταν τους έφεραν εις τους στρατηγούς είπαν, «Αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι είναι Ιουδαίοι, δημιουργούν ταραχήν εις την πόλιν μας·
21 κηρύσσουν διδασκαλίας, τας οποίας έμείς που είμεθα Ρωμαίοι δεν επιτρέπεται να τας παραδεχθούμε ή να τας εφαρμόσωμεν».
22 Ξεσηκώθηκε και ο όχλος εναντίον τους, οι δε στρατηγοί τους εξέσχισαν τα ενδύματα και διέταξαν να τους ραβδίσουν.
23 Αφού τους έδωκαν πολλά ραβδίσματα, τους έριξαν εις την φυλακήν και παρήγγειλαν εις τον δεσμοφύλακα να τους φυλάττη καλά.
24 Αυτός, αφού έλαβε τέτοιαν παραγγελίαν, τους έβαλε εις την πιο βαθειά φυλακήν και έδεσε τα πόδια τους εις το ξύλον προς ασφάλειαν.
25 Κατά τα μεσάνυχτα ο Παύλος και ο Σίλας προσηύχοντο και έψαλλαν ύμνους εις τον Θεόν, και οι άλλοι φυλακισμένοι τους άκουαν.
26 Έξαφνα έγινε σεισμός μεγάλος, ώστε εσαλεύθησαν τα θεμέλια της φυλακής, και αμέσως άνοιξαν όλες οι πόρτες και όλων τα δεσμά ελύθηκαν.
27 Όταν εξύπνησε ο δεσμοφύλαξ και είδε ανοικτές τις πόρτες της φυλακής, έσυρε το μαχαίρι του και επρόκειτο ν’ αυτοκτονήση, επειδή ενόμιζε ότι οι φυλακισμένοι είχαν φύγει.
28 Αλλ’ ο Παύλος του εφώναξε δυνατά, «Μη κάνης κανένα κακόν εις τον εαυτόν σου, διότι όλοι είμεθα εδώ».
29 Αφού εζήτησε φώτα, επήδησε μέσα και, τρομαγμένος, έπεσε εις τα πόδια του Παύλου και του Σίλα.
30 Ύστερα τους ωδήγησε έξω και είπε, «Κύριοι, τι πρέπει να κάνω για να σωθώ;».
31 Εκείνοι δε είπαν, «Πίστεψε εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και θα σωθής συ και οι οικιακοί σου».
32 Και εκήρυξαν τον λόγον του Κυρίου εις αυτόν και εις όλους που ήσαν εις το σπίτι του.
33 Εκείνην την νυχτερινήν ώραν τους επήρε και έπλυνε τις πληγές τους και αμέσως κατόπιν εβαπτίσθηκε και αυτός και όλοι οι δικοί του.
34 Τους έφερε εις το σπίτι του, τους έδωσε φαγητόν και εχαίρετο με όλους τους δικούς του δια την πίστιν του εις τον Θεόν.
35 Όταν έγινε ημέρα, έστειλαν οι στρατηγοί τους ραβδούχους με την εντολήν: «Απόλυσε τους ανθρώπους εκείνους».
36 Ο δεσμοφύλαξ ανήγγειλε τα λόγια αυτά στον Παύλον και του είπε, «Οι στρατηγοί έστειλαν εντολήν να απολυθήτε. Τώρα λοιπόν βγήτε έξω και πηγαίνετε εις το καλό».
37 Ο Παύλος όμως τους είπε, «Μας έδειραν δημοσία, χωρίς να έχωμεν δικασθή, αν και είμεθα πολίται Ρωμαίοι, μας έριξαν εις την φυλακήν, και τώρα θέλουν να μας βγάλουν έξω κρυφά; Α, όχι· ας έλθουν οι ίδιοι να μας βγάλουν».
38 Οι ραβδούχοι ανήγγειλαν τα λόγια αυτά εις τους στρατηγούς, οι οποίοι εφοβήθηκαν,
39 όταν άκουσαν ότι είναι Ρωμαίοι και ήλθαν να τους καταπραΰνουν. Ύστερα τους έβγαλαν έξω και τους παρεκάλεσαν να φύγουν από την πόλιν.
40 Όταν εβγήκαν από την φυλακήν, επήγαν εις το σπίτι της Λυδίας και αφού είδαν τους αδελφούς και τους ενίσχυσαν, ανεχώρησαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17

Εις Θεσσαλονίκην

1 Αφού επέρασαν από την Αμφίπολιν και την Απολλωνίαν, ήλθαν εις την Θεσσαλονίκην, όπου υπήρχε συναγωγή των Ιουδαίων.
2 Κατά την συνήθειάν του ο Παύλος τους επισκέφθηκε και επί τρία Σάββατα συζητούσε μαζί τους από τας γραφάς
3 και τας ερμήνευε εξηγών ότι ο Χριστός έπρεπε να πάθη και να αναστηθή από τους νεκρούς. «Αυτός ο Ιησούς, έλεγε, που εγώ σάς κηρύττω, είναι ο Μεσσίας».
4 Μερικοί απ’ αυτούς, επείσθησαν και προσεκολλήθησαν εις τον Παύλον και τον Σίλαν και επίσης μεγάλος αριθμός από θεοσεβείς Έλληνας και πολλάς γυναίκας καλής κοινωνικής τάξεως.
5 Αλλ’ οι Ιουδαίοι εκείνοι που δεν επείθοντο εζηλοτύπησαν· επήραν μερικούς χυδαίους ανθρώπους από την αγοράν, και αφού ωργάνωσαν οχλαγωγίαν, εθορυβούσαν εις την πόλιν, ήλθαν εις το σπίτι του Ιάσωνος και τους εζητούσαν δια να τους οδηγήσουν εις την συνέλευσιν της πόλεως.
5 Αλλ’ επειδή δεν τους ευρήκαν, έσυραν τον Ιάσωνα και μερικούς αδελφούς εις τους άρχοντας της πόλεως και εφώναζαν, «Αυτοί που αναστάτωσαν την οικουμένην, ήλθαν και εδώ, και ο Ιάσων τους έχει υποδεχθή.
7 Όλοι αυτοί ενεργούν ενάντια προς τας διαταγάς του Καίσαρος, λέγοντες ότι υπάρχει άλλος βασιλεύς, ο Ιησούς».
8 Ο λαός και οι άρχοντες της πόλεως εταράχθησαν όταν άκουσαν αυτά,
9 και αφού έλαβαν την ανάλογον εγγύησιν από τον Ιάσωνα και τους λοιπούς, τους απέλυσαν.

Εις Βέροιαν
 
Ο απόστολος Παύλος στη Βέροια (από εδώ)

10 Οι αδελφοί αμέσως την νύχτα έστειλαν τον Παύλον και τον Σίλαν εις την Βέροιαν, και όταν έφθασαν, επήγαν εις την συναγωγήν των Ιουδαίων.
11 Αυτοί ήσαν ευγενέστεροι από τους Ιουδαίους της Θεσσαλονίκης και εδέχθησαν τον λόγον με πάσαν προθυμίαν και καθημερινώς εξήταζαν τας γραφάς, δια να ιδούν εάν ήσαν έτσι τα πράγματα.
12 Πολλοί απ’ αυτούς επίστεψαν και επίσης από τας Ελληνίδας γυναίκας της καλής τάξεως και από τους άνδρας όχι ολίγοι.
13 Μόλις έμαθαν οι Ιουδαίοι της Θεσσαλονίκης ότι και εις την Βέροιαν εκηρύχθηκε υπό του Παύλου ο λόγος του Θεού, ήλθαν και εκεί δια να ξεσηκώσουν τον όχλον.
14 Τότε οι αδελφοί έστειλαν αμέσως τον Παύλον προς την κατεύθυνσιν της θαλάσσης, ενώ ο Σίλας και ο Τιμόθεος παρέμειναν εκεί.
15 Οι οδηγοί του Παύλου τον έφεραν  μέχρις Αθηνών και αφού έλαβαν εντολήν δια τον Σίλαν και τον Τιμόθεον να έλθουν όσον το δυνατόν ταχύτερον, ανεχώρησαν.

Εις Αθήνας

Από εδώ
16 Ενώ ο Παύλος τους επερίμενε εις τας Αθήνας, το πνεύμα του εξεγείρετο, επειδή έβλεπε την πόλιν να είναι γεμάτη από είδωλα.
17 Συζητούσε λοιπόν εις την συναγωγήν με τους Ιουδαίους και τους θεοσεβείς και, καθημερινώς εις την αγοράν, με εκείνους που τυχόν ευρίσκοντο εκεί.
18 Μερικοί από τους Επικουρείους και τους Στωϊκούς φιλοσόφους ήλθαν εις επαφήν μαζί του και μερικοί έλεγαν, «Τι άραγε θέλει να πη αυτός ο φλύαρος;». Άλλοι έλεγαν, «Φαίνεται να είναι κήρυξ ξένων θεών». Διότι εκήρυττε εις αυτούς το χαρμόσυνον άγγελμα του Ιησού και της αναστάσεως.
19 Τον επήραν λοιπόν και τον έφεραν εις τον Άρειον Πάγον και του είπαν, «Μπορούμε να μάθωμε ποια είναι η καινούργια αυτή διδασκαλία δια την οποίαν μιλάς;
20 Κάτι περίεργα πράγματα φέρεις εις την ακοήν μας και θέλομε να μάθωμε τι άραγε είναι αυτά».
21 Όλοι οι ξένοι που έμεναν εκεί, δεν είχαν διαθέσιμον χρόνον δια τίποτε άλλο παρά δια να λέγουν και να ακούουν κάτι νεώτερον.

Ομιλία του Παύλου επί του Αρείου Πάγου

22 Τότε ο Παύλος εστάθηκε εις το μέσον του Αρείου Πάγου και είπε, «Άνδρες Αθηναίοι, βλέπω ότι είσθε από πάσης απόψεως πολύ θρήσκοι.
23 Διότι καθώς περνούσα και εκύτταζα τα ιερά σας, ευρήκα και ένα βωμόν, εις τον οποίον υπήρχε επιγραφή, «Εις τον άγνωστον Θεόν». Αυτόν λοιπόν που λατρεύετε, χωρίς να τον ξέρετε, αυτός εγώ σάς κηρύττω.
24 Ο Θεός που εδημιούργησε τον κόσμον και όλα όσα είναι εις τον κόσμον, και ο οποίος είναι Κύριος ουρανού και γης, δεν κατοικεί σε ναούς κατασκευασμένους από χέρια ανθρώπων,
Αθήνα, από το ναό του αγ. Διονυσίου Αρεοπαγίτου
25 ούτε εξυπηρετείται από χέρια ανθρώπων σαν να είχε ανάγκην από κάτι, αυτός που δίνει εις όλους ζωήν και πνοήν και γενικώς όλα.
26 Εδημιούργησε ολόκληρον το ανθρώπινον γένος από ένα αίμα δια να κατοική εις όλην την γην, αφού ώρισε ωρισμένας αποχάς και τα ορόσημα της κατοικίας των,
27 δια να ζητούν τον Κύριον μήπως τον ψηλαφήσουν και τον βρουν, αν και δεν είναι μακρυά από καθένα από μας.
28 Διότι μέσα σ’ αυτόν ζούμε και κινούμεθα και υπάρχομεν, καθώς και μερικοί εκ των ποιητών σας έχουν πη, «Είμεθα και γένος του».
29 Αφού λοιπόν είμεθα γένος του Θεού, δεν πρέπει να νομίζωμεν ότι η θεότης μοιάζει με χρυσόν η άργυρον η λίθον, σκαλιστόν έργον τέχνης και ανθρώπινης συλλήψεως.
30 Τους χρόνους εκείνους της αγνοίας παρέβλεψε ο Θεός και τώρα παραγγέλει εις όλους τους ανθρώπους παντού να μετανοήσουν,
31 διότι ώρισε ημέραν, κατά την οποίαν μέλλει να κρίνη την οικουμένην με δικαιοσύνην δι’ ανδρός, τον οποίον ώρισε. Περί τούτου έδωκε εις όλους βεβαίωσιν αναστήσας αυτόν εκ νεκρών».
32 Όταν άκουσαν ανάστασιν νεκρών, μερικοί ειρωνεύοντο, άλλοι είπαν, «Θα σε ακούσωμεν και πάλιν δια το ζήτημα αυτό».
33 Και έτσι ο Παύλος έφυγε από ανάμεσά τους.
34 Μερικοί προσεκολλήθησαν σ’ αυτόν και επίστεψαν, μεταξύ αυτών και ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και κάποια γυναίκα ονομαζομένη Δάμαρις και άλλοι επίσης.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ (ΕΔΩ)...
Η αγία Δάμαρις η Αθηναία, από το άρθρο Συνεργάτριες του αποστόλου Παύλου

Δεν υπάρχουν σχόλια: