ΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ, ΔΕ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΟΤΑΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ

(ΠΑΡΟΙΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ)

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

An Orthodox Perspective on Alien Life


- On Behalf of all

Άρθρο του π. Ιω. Ρωμανίδη με θέμα το ενδεχόμενο ανακάλυψης εξωγήινης ζωής. 
Περίληψη στα ελληνικά: Η Ορθοδοξία δεν θίγεται από μια ενδεχόμενη ανακάλυψη νοήμονος ζωής σε άλλους πλανήτες. Και τούτο, διότι στην αρχαία παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας δεν καλλιεργήθηκε η κατά γράμμα και ανθρωπομορφική ερμηνεία της Γένεσης. Επίσης, δεν επικράτησε η άποψη ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε τέλειος και ξέπεσε, ούτε ότι το προπατορικό αμάρτημα βαραίνει ως ενοχή όλους τους ανθρώπους. Επικράτησε η άποψη ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε με την προοπτική της τελειότητας, η οποία ακολουθεί στο μέλλον.
Αν λοιπόν ανακαλυφθούν νοήμονα όντα σε άλλους πλανήτες, το ερώτημα είναι σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκονται (από πλευράς αγιότητας) και πόσο έτοιμα είναι να μετέχουν στη δόξα (στο άκτιστο Φως) του Θεού.

This is an essay that was originally published in the April 8, 1965 edition of The Boston Globe (p. 18) by Fr. John S. Romanides (1927–2001), a Greek Orthodox presbyter, author, and professor of theology. It is presented here in its entirety with some minor, stylistic editing. —Gabe

All Planets the Same

I can foresee no way in which the teachings of the Orthodox Christian tradition could be affected by the discovery of intelligent beings on another planet. Some of my colleagues feel that even a discussion of the consequences of such a possibility is in itself a waste of time for serious theology and borders on the fringes of foolishness. I am tempted to agree with them for several reasons.
As I understand the problem, the discovery of intelligent life on another planet would raise questions concerning traditional Roman Catholic and Protestant teachings regarding creation, the fall, man as the image of God, redemption and Biblical inerrancy.
First, one should point out that in contrast to the traditions deriving from Latin Christianity, Greek Christianity never had a fundamentalist or literalist understanding of Biblical inspiration and was never committed to the inerrancy of scripture in matters concerning the structure of the universe and life in it. In this regard some modern attempts at de-mything the Bible are interesting and at times amusing.
Since the very first centuries of Christianity, theologians of the Greek tradition did not believe, as did the Latins, that humanity was created in a state of perfection from which it fell. Rather the Orthodox always believed that man [was] created imperfect, or at a low level of perfection, with the destiny of evolving to higher levels of perfection. The fall of each man, therefore, entails a failure to reach perfection, rather than any collective fall from perfection. Also, spiritual evolution does not end in a static, beatific vision. It is a never-ending process which will go on even into eternity.
Orthodox Christianity, like Judaism, never knew the Latin and Protestant doctrine of original sin as an inherited Adamic guilt putting all humanity under a divine wrath which was supposedly satisfied by the death of Christ. Thus, the solidarity of the human race in Adamic guilt and the need for satisfaction of divine justice in order to avoid hell are unknown in the Greek Fathers. This means that the interdependence and solidarity of creation—and its need for redemption and perfection—are seen in a different light.
The Orthodox believe that all creation is destined to share in the glory of God. Both damned and glorified will be saved. In other words both will have vision of God in his uncreated glory, with the difference that for the unjust this same uncreated glory of God will be the eternal fires of hell.
God is light for those who learn to love Him and a consuming fire for those who will not. God has no positive intent to punish. For those not properly prepared, to see God is a cleansing experience, but one which does not move eternally toward higher reaches of perfection. In contrast, hell [hades] is a static state of perfection somewhat similar to Platonic bliss. In view of this, the Orthodox never saw in the Bible any three story universe with a hell of created fire underneath the earth and a heaven beyond the stars.

For the Orthodox, discovery of intelligent life on another planet would raise the question of how far advanced these beings are in their love and preparation for divine glory. As on this planet, so on any other, the fact that one may have not as yet learned about the Lord of Glory of the Old and New Testament, does not mean that he is automatically condemned to hell, just as one who believes in Christ is not automatically destined to be involved in the eternal movement toward perfection.
It is also important to bear in mind that the Greek Fathers of the Church maintain that the soul of man is part of material creation, although a high form of it, and by nature mortal. Only God is purely immaterial.
Life beyond death is not due to the nature of man but to the will of God. Thus man is not strictly speaking the image of God. Only the Lord of Glory, or the Angel of the Lord of Old and New Testament revelation is the image of God. Man was created according to the image of God, which means that his destiny is to become like Christ who is the Incarnate Image of God. Thus, the possibility of intelligent beings on another planet being images of God as men on earth are supposed to be is not even a valid question from an Orthodox point of view.
Finally, one could point out that the Orthodox Fathers rejected the Platonic belief in immutable archetypes of which this world of change is a poor copy. This universe and the forms in it are unique and change is of the very essence of creation and not a product of the fall. Furthermore, the categories of change, motion, and history belong to the eternal dimensions of salvation-history and are not to be discarded in some kind of eternal bliss.
Thus, the existence of intelligent life on another planet behind or way ahead of us in intellectual and spiritual attainment will change little in the traditional beliefs of Orthodox Christianity.

See also

Faith And Science In Orthodox Gnosiology and Methodology  
Did Physics Kill God? 
The True Science of God

ABOUT GOD
The Holy Trinity in the Old Testament
God in Trinity - A Communion of Persons
God the Holy Trinity: 'The Lover of Mankind'
Orthodoxy's Worship: The Sanctification of the Entire World
Theosis, St. Silouan and Elder Sophrony

"Partakers of Divine Nature" - About Deification & Uncreated Light in Orthodox Church
 
LIVE, BEYOND THE LIMITS!
Man's Creative Power and the Knowledge of God  

The Path to Renewal of the Heart
A Different Light: Youthful Travelers in Contemporary America
Travelers on the Way to the Light

UFO: Εξωγήινοι ή δαίμονες; - Μεταξύ επιστημονικής φαντασίας και δεισιδαιμονίας
 
Άγιοι εξωγήινοι + στενές επαφές
Ιησούς Χριστός και άγιοι: μήπως ήταν εξωγήινοι;

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Strangers in a Foreign Land: Nationalism and the Orthodox Church

Άγιοι & μνήμες 26-28 του Ιούνη...

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Ομορφιά από τις στάχτες : η αναγέννηση μιας κοινότητας Πίστης στην Ελλάδα και τα μηνύματά της...

 
Θεόδωρος Ζιάκας, Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου του Stephen R. Lloyd-Moffett  Ομορφιά από τις στάχτες, στο  «Εν Πλώ», στις 19-5-2017.

Η Κοινότητα του πολιτισμικού Εμείς έχει τρεις πυλώνες: Την Πολιτική, την Πίστη και την Παιδεία.

Αν γκρεμιστεί η κολώνα της Πίστης θα πέσουν αργά ή γρήγορα και οι άλλες δύο. Η κοινότητα όμως της Πίστης μπορεί να αναγεννήσει κοινότητες Πολιτικής και Παιδείας, αν έχουν διαλυθεί.

Άρα, το πώς μια κοινότητα Πίστης μπορεί να αναγεννιέται και να ανανεώνεται, είναι το πιο κρίσιμο πολιτισμικό ζήτημα. Το βιβλίο του Μόφετ είναι ανεκτίμητο ακριβώς ως προς αυτό.

Διαβάστε τη συνέχεια εδώ.
Αρχική πηγή Αντίφωνο.

Κατόπιν:
 

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Κώστας Πάσσαρης: «Θέλω να γίνω μοναχός στο Άγιο Όρος - Έχω αλλάξει»


Κώστας Πάσσαρης: «Όταν ξαναγυρίσω στην Ελλάδα, θέλω να αναλάβω τις ευθύνες μου. Να ζητήσω συγγνώμη από τους συγγενείς των θυμάτων. Δικαίωμα του κάθε κατηγορούμενου είναι να βλέπει τους κατηγόρους τους»...
Αίσθηση έχει προκαλέσει η συνέντευξη που παραχώρησε στον ΣΚΑΙ στην εκπομπή "Δικογραφίες" ένας από τους πιο γνωστούς και σκληρούς Έλληνες κακοποιούς, ο Κώστας Πάσσαρης, ο οποίος κρατείται στις φυλακές της Ρουμανίας.
Βίντεο από kostas athanasiadis.


Για τον π. Γερβάσιο μπορείτε να διαβάσετε επίσης εδώ (Ο άγιος Ληστής του Γολγοθά) και εδώ (περί Πάσσαρη κ.ά.)

Δείτε επίσης:

Ο Χριστός στις αμερικάνικες φυλακές
Οι φυλακές ανηλίκων, η παρακμή, ο Χριστός και τα δάκρυα της Παναγίας
π. Μωυσής Μπέρυ: από τις φυλακές στον Κήπο του Θεού
Στις αθεϊστικές φυλακές της Ρουμανίας (και β΄ μέρος εδώ).
Από το Ημερολόγιο της Ευτυχίας, του Νικολάε Στάινχαρτ. 

 
Άγιος Ιάκωβος ο ασκητής, ένας βιαστής και φονιάς (η πιο φρικτή ιστορία μετάνοιας στην Ορθοδοξία) 


"Αντίο, ολόδικέ μου Θεέ..." - Ένας "ευγνώμων ληστής" του 20ού αιώνα
"Πες του Χριστούλη να με δεχτεί...", και ξεψύχησε

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Τα γενέθλια του Προδρόμου, των παιδιών μας & τα δικά μας...

 
Εικ.: Σφραγίδα Mονής Διονυσίου του Αγίου Όρους, με τις παράστασεις της Γεννήσεως του Προδρόμου και της Aποτομής της κεφαλής του Προδρόμου, 1636 (από εδώ)

Παρακαλώ, ένα κλικ αγάπης στο:

24 Ιουνίου, τα γενέθλια του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (άη Γιάννης ο Κλήδονας)

Ένα μικρό σχόλιο, από τη σύντομη σημερινή ομιλία του εφημέριου της ενορίας μας:
Η Εκκλησία, ως γνωστόν, γιορτάζει τρία μόνο γενέθλια: του Ιησού Χριστού (25 Δεκ.), της Παναγίας (8 Σεπτ.) και του Προδρόμου (24 Ιουνίου). Γιατί;
Τα δικά μας γενέθλια, όλα, οδηγούν σε κοινό τέλος: στο θάνατο (επειδή αυτή είναι η κατάληξη της κοινής ανθρώπινης ζωής). Τα γενέθλια των τριών αυτών ιερών προσώπων οδηγούν στην ανάσταση, δηλ. στην κατάργηση του θανάτου και στην αιώνια ζωή.


Η σημερινή μανία - προσθέτουμε εμείς - να γιορτάζουμε με υπερβολική λαμπρότητα τα γενέθλια των παιδιών μας (που έτσι τα κάνουμε να νομίζουν πως είναι το κέντρο του κόσμου και αυτή τη θλιβερή ψευδαίσθηση έχουμε κι εμείς γι' αυτά, βλάπτοντάς τα κατά βάθος) και συγχρόνως να υποβαθμίζουμε τη γιορτή του αγίου τους (που δεν είναι "ονομαστική τους εορτή", ούτε "σήμερα γιορτάζουν οι Γιώργηδες, οι Μαρίες, οι Δημήτρηδες" κ.τ.λ., όπως τραγικά απαντούν κάποια παιδιά, έφηβοι ή και ενήλικες, όταν του ρωτήσεις τι γιορτή είναι σήμερα) είναι ένα λιθαράκι προς την αλλοτρίωση, την αποκοπή από τις (άγνωστες πλέον) πνευματικές ρίζες μας και την κατάρρευσή μας.

Φοβάμαι πως, σε μορφωτικό και πολιτισμικό επίπεδο, είμαστε σε χειρότερη μοίρα από την εποχή της Τουρκοκρατίας. Σήμερα, την εποχή της νέας Φραγκοκρατίας...

Για τα δικά μας γενέθλια ας μη μιλήσω: όσο μεγαλώνουμε, τόσο πιο θλιβερά και μοναχικά μας φαίνονται. Όμως η γιορτή του αγίου μας, εκτός από τα μηνύματα που προσφέρει και από τη σύνδεσή μας με αυτόν, επίσης δεν είναι και μοναχική: όλοι οι χριστιανοί τον συνεορτάζουμε.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ποινικοποιώ τα γενέθλια ή ότι ισχυρίζομαι πως είναι αμαρτία να γιορτάζουμε τα γενέθλια των παιδιών μας, αφού μάλιστα έχουν περάσει τόσο έντονα στη ζωή μας. Αλλά επισημαίνουμε πως είναι λάθος να υποβαθμίζεται η γιορτή των αγίων μας και γενικά οι χριστιανικές μας γιορτές έναντι των γενεθλίων.
Αυτά. Βοήθειά μας ο άγιος Ιωάννης και όλοι οι άγιοι του Θεού. Δείτε και το άρθρο παρακαλώ.

Ευχαριστώ. 


Και: Οι θρησκευτικές εορτές ως παράγοντας ποιότητας ζωής
 

Σήμερα 24/06 εορτάζουν:



Το Γενέθλιο του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου και Βαπτιστού
Όσιος Αθανάσιος ο Πάριος (αγωνιστής κατά της αλλοτρίωσης, που λέγαμε, γι' αυτό και συκοφαντούμενος σήμερα από τους "προοδευτικούς" του καιρού μας)

Σύναξη των Δικαίων Ζαχαρία και Ελισάβετ, γονέων του αγίου Ιωάννη
Άγιος Παναγιώτης ο Καισαρεύς
Άγιος Γεράσιμος Επίσκοπος του Αστραχάν


Γενέσιον τοῦ Τιμίου ἐνδόξου Προφήτου, Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ Ἰωάννου , Ζαχαρίου καὶ Ἐλισάβετ τῶν Δικαίων γονέων τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ , Νικήτας Ἐπίσκοπος Ρεμεσιάνας τῆς Ρουμανίας , Γκερμόκιος ἐκ Κορνουάλης , Ἀλένα ἡ Μάρτυς ἐκ Βρυξελλῶν , Ἰβὰν ἐκ Τσεχίας , Ἱλαρίων ἐκ Γεωργίας , Ἀντώνιος ἐκ Ρωσίας , Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος Ἰωάννου τοῦ Νέου , Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης οἱ Δίκαιοι οἱ αὐτάδελφοι , Παναγιώτης ὁ Νεομάρτυρας ὁ Καισαρεύς , Γεράσιμος ὁ Ἱερομάρτυρας ἐν Ἀρχαγγέλσκ Σιβηρίας , Ἀθανάσιος ὁ Πάριος , Θαύματος Ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς Ὡραιοτάτης ἐν Ἀκαρνανίᾳ
 
Άγιοι που γιορτάζουν 23/06 και 25/06

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Giving Thanks for All Things – The Cruciform Life


Glory 2 God for all things


“I am crucified with Christ, nevertheless I live…”
The Cross is the heart of our salvation. It is on the Cross that we see the fullness of God’s love and it is in the Cross that we are united to that same love. Every Christian shares the commandment, “If any man would come after me, let him deny himself, take up his cross and follow me.” (Matt. 16:24) This commandment long ago passed into the common stock of cultural proverbs. “To bear one’s Cross” has come to mean something of a passive resignation to a difficult, even distasteful situation. There is almost nothing in it to inspire the heart. Of course, this seeming familiarity with the concept obscures the depth of Christ’s teaching and alienates our understanding from one of the most essential parts of our discipleship. St. Paul writes in virtual ecstasy when he says, “…that I may know Him and the power of His resurrection, and the communion of His sufferings, being conformed to His death!” (Phil. 3:10) What are we missing?
In our time, perhaps the most noted statement of our communion in the Cross of Christ’s sufferings is found in God’s word to St. Silouan of Athos: “Keep your mind in hell and despair not.” It is interesting to read what Fr. Zacharias, the disciple of the Elder Sophrony, the primary inheritor of Silouan’s teaching, has to say on this:
“This [saying] is not for everybody – not even for all monks. I remember when I first became a spiritual father I began to grasp a little how this is carried out in life, and I wanted to share it with all my fellows, and I was trying to teach this to one of the sisters; and Fr. Sophrony said to me (forgive me for speaking so openly): ‘You are stupid! This is not for everybody, not even for all monks! Tell this person to carry out her obediences and to do the work of the Hegoumen, that is to say, the work of the monastery, and she will be saved.’
Fr. Zacharias adds:
But people, slowly, slowly, with time, become stronger; grace strengthens their nature, and they begin to practice this in some measure. But there is another way, for people living in the world: to keep thanking God continually, thus: “I thank Thee, O Lord, for all the things that Thou hast done for me”, and so on, adding at the end, “. . . though I am unworthy.” This brings the same result, the same state. Psychologically, it is more acceptable and has the same effect, because thanking God continually intercedes for our weakness before Him, makes up for our weakness. I believe that this is a more accessible way for people living in the world. And when we are strengthened by grace, the same grace will teach us. We must never forget that “one is our Teacher, even Christ” (Matt. 23: 10) (from The Enlargement of the Heart, Mt. Thabor Publishing, 2012).
It is in following this path described by Fr. Zacharias that I advocate so frequently and strongly the practice of giving thanks always and for all things. I believe that many find this rather troublesome, perhaps reminiscent of certain Evangelical/Pentecostal practices. In some of those circles, giving thanks is seen as a spiritual weapon (and it certainly is). But that weapon is viewed as part of an overall panoply of practices designed to protect us from adversity and to promote success and prosperity. In Orthodoxy, this is not the case.

Icon from here ("Brave men of Christ")

In Orthodox practice, the giving of thanks is a union with Christ in the Cross. In our normal cultural practice, we give thanks to people who give us desirable things. We extend this to God, and gladly offer thanksgiving when the things in our lives are suitable to our needs and wants. This practice of thanksgiving treats God’s purpose in our lives as nothing more than an assurance of health, prosperity and protection against adversity. This is little more than a magical paganism and is alien to the Cross. In many parts of the Christian world, the Cross has been reduced to nothing more than an atonement device, the means by which our (legal) sins are forgiven. As such, it has nothing to do with a way of life. It renders statements such as, “Take up your Cross and follow me,” meaningless.
However, the Cross is repeatedly presented to us (particularly in St. Paul) as a way of life, and the full expression of the “mind of Christ” which should be ours. Our modern, magical Christianity can make no sense of St. Paul’s ecstatic desire to know the communion of Christ’s sufferings. Is St. Paul suggesting some sort of masochistic cult?
We must be clear: St. Paul and the Christian tradition in no way suggest self-harm as a means of devotion. Those occasions in history where this has been practiced are aberrations. There is always sufficient suffering in this present life through which we may know the communion of Christ’s suffering without intentionally adding to it. The key is what we do with the suffering that is ours.
This traditional prayer (similar to a number of others) is an example of Orthodox thought:
O Lord, grant that I may meet all that this coming day brings to me with spiritual tranquility. Grant that I may fully surrender myself to Your holy will.
At every hour of this day, direct and support me in all things. Whatsoever news may reach me in the course of the day, teach me to accept it with a calm soul and the firm conviction that all is subject to Your holy will.
Direct my thoughts and feelings in all my words and actions. In all unexpected occurrences, do not let me forget that all is sent down from You.
Grant that I may deal straightforwardly and wisely with every member of my family, neither embarrassing nor saddening anyone.
O Lord, grant me the strength to endure the fatigue of the coming day and all the events that take place during it. Direct my will and teach me to pray, to believe, to hope, to be patient, to forgive, and to love. Amen.
Its theme is directed primarily at the acceptance of the day. It assumes that each day will bring its own “fatigue” and “unexpected occurrences.” It does not ask for a list of good things. Indeed, it is rightly assumed that God only wills us good and that He knows our needs better than we ourselves. I always took note that my beloved father-in-law said ‘Give us this day our daily bread’ is enough.
The Elder Thaddeus of Vitovnica…, who himself suffered from anxiety and depression for a number of years, gave witness to the fact that there is no deliverance from these trials without the acceptance of God’s will:
As he related many years later to one of his spiritual children, at the time of this inner battle he suffered two nervous breakdowns as a result of the warfare against the temptations of fear, anxiety, and worry. His whole body trembled and he was, overall, in a very bad state. He took this as a warning from God and resolved to change his way of life and drop all earthly cares and worries. “I realized that we all worry about ourselves too much and that only he who leaves everything to the will of God can feel truly joyous, light, and peaceful.” Thus, having learned to leave all of his cares and those of his neighbors in the hands of the Lord, he patiently bore the cross of serving as abbot at the Patriarchate of Pech for the next six years (from Our Thoughts Determine Our Lives, St. Herman of Alaska Brotherhood, 2011).
The acceptance of God’s will is the very heart of giving thanks. To give thanks is to recognize first that what has come your way is a gift, and second, that the giver of every gift is the good God.

Fr Nicodemus Chilembwe with the Holy Cross, Malawi (see here)
 
Many become troubled at the thought of giving thanks for something terrible (a disease or accident). This giving of thanks is not a declaration that the thing itself is good, but that God Himself is good and that He works in and through all things for our salvation. More than that, the giving of thanks is our active assent to true communion with God. Our refusal to give thanks is also the refusal to recognize something as having come from God. The world becomes divided into “God’s stuff” and “other stuff,” and, inevitably, there is ever so much more “other stuff.”
How do we give thanks? What does it look like? Do I say, “Thank you for this disaster?”
The confusion in our culture in which thanksgiving belongs only to that which is desired makes it difficult to offer such words. Job’s confession in the Old Testament is perhaps more to the point: “The Lord gives and the Lord takes away. Blessed be the Name of the Lord.”
For myself, I pray, “Give me grace, O Lord, to accept all that you give, for you are good and Your will for me in all things is good.” I often add words such as, “Blessed be the Name of the Lord.”
The mystery of communion in all things (including “bad” things) is more difficult to describe. I find great comfort (and power) in the prayer to the Cross:
Let God arise, and let His enemies be scattered; and let those who hate Him flee from His face. As smoke vanishes, let them vanish; and as wax melts from the presence of fire, so let the demons perish from the presence of those who love God and who sign themselves with the Sign of the Cross and say with gladness: Hail, most precious and life-giving Cross of the Lord, for Thou drivest away the demons by the power of our Lord Jesus Christ Who was crucified on thee, went down to hell and trampled on the power of the devil, and gave us thee, His honorable Cross, for driving away all enemies. O most precious and life-giving Cross of the Lord, help me with our holy Lady, the Virgin Theotokos, and with all the Saints throughout the ages. Amen.
Within this prayer, we unite whatever it is that has come our way with the Cross of Christ itself. As we embrace it, making the sign of the Cross, the event itself is transformed into the Cross. Indeed, I think of it as a “sacrament” of the Cross. It is frightful to demons to see a Christian so embrace suffering. Recall how Satan was defeated by Job who refused to curse God in his circumstances.
Rejoice always, pray without ceasing, in everything give thanks; for this is the will of God in Christ Jesus for you. (1 Thess. 5:16-18)


Holy Icon from here & here
 

Polygamy in Africa and Orthodox Church // Ndoa, Mitara na Kanisa la Orthodox


Please, click :

Polygamy in Africa and Orthodox Church (English)
 
Tafadhali, angalia :

Ndoa, Mitara na Kanisa la Orthodox (Swahili)

 
Orthodox Marriage in Tanzania, from here 
Ndoa ya Waorthodoksi Tanzania (kutoka hapa)

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

O π. Συμεών Κραγιόπουλος και η ψυχική ασθένεια


Δημήτρης Γ. Ιωάννου

Αντίφωνο

Ο πατήρ Συμεών Κραγιόπουλος, του οποίου ο πρόσφατος θάνατος γέμισε με θλίψη πολυάριθμους ανθρώπους που γνώρισαν το έργο του, ήταν μια από τις μεγάλες πνευματικές φυσιογνωμίες της σύγχρονης Εκκλησίας, φωτισμένη μορφή  που έδρασε ως εξομολόγος, ιεροκήρυκας και συγγραφέας, πνευματικός πατήρ μοναστικών αδελφοτήτων. Κατά ορισμένους, η μεγαλύτερη προσφορά του έγκειται στην εντελώς πρωτότυπη και εύστοχη αντιμετώπιση της ψυχικής νόσου, από την οποία μαστίζεται ιδιαίτερα ο σύγχρονος άνθρωπος. 

Παρακάτω, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω με συντομία τις κυριότερες θέσεις του επί αυτού του ζητήματος. Ως «ψυχική νόσος», λοιπόν, η οποία μπορεί και πρέπει να αντιμετωπιστεί, θεωρείται αρχικά μια ποικιλία φαινομένων, που ξεκινούν από απλές μορφές εσωτερικής ακαταστασίας (πχ σύμπλεγμα κατωτερότητας) και φτάνουν μέχρι σοβαρότερες μορφές ψυχοπάθειας (νεύρωση, κατάθλιψη κλπ). Ωστόσο, είναι αλήθεια ότι ακόμη και οι πιο απλές μορφές ψυχικής νόσου, πέρα από το ότι είναι ιδιαίτερα ενοχλητικές και δεν επιτρέπουν συχνά στο άτομο να «λειτουργήσει» επιτυχώς στην καθημερινότητα, θέτουν, κατά τον πατέρα Συμεών, μεγάλα εμπόδια στην πνευματική πρόοδο και τελείωση του χριστιανού, οπότε και πρέπει να αντιμετωπίζονται. 

Πρώτα από όλα, λοιπόν, ο π. Συμεών, ως  πνευματικός πατήρ, παραδέχεται ότι η ψυχική νόσος υφίσταται πραγματικά, και ότι δεν αρκεί ο εξομολόγος να πει στον ασθενή για να θεραπευτεί μόνο τη φράση: «παύσε να αμαρτάνεις». Παράδειγμα: κάποιος είναι λαίμαργος, αδηφάγος, και αυτό γιατί στερείται υγιούς επαφής με τον συνάνθρωπο (οπότε γι’ αυτόν το φαγητό αναπληρώνει την ελλείπουσα επικοινωνία), άρα, δεν φτάνει να ακούσει από τον πνευματικό πατέρα τον λόγο  «τρως πολύ, αυτό είναι θανάσιμη αμαρτία, νήστευε». Το όλο ζήτημα απαιτεί κάτι περισσότερο: η «λαιμαργία» αποτελεί μια καλή ευκαιρία για τον πάσχοντα να εξετάσει τον βαθύτερο λόγο που δεν επικοινωνεί πραγματικά με τον συνάνθρωπο, καθώς είναι βέβαιο ότι πίσω της κρύβονται πολλές βαθύτερες καταστάσεις (πάθη). Πρέπει να  εστιάσει κανείς στον βαθύ εαυτό του («καρδιά»), εκεί να ψάξει να δει τι συμβαίνει. Άλλωστε, για διαφόρους λόγους, ο σημερινός άνθρωπος, ακόμη και ο θρησκευόμενος, είναι, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, πάρα πολύ «μπερδεμένος», οπότε δεν χρειάζεται και να «μαραζώνει» κανείς, όπως λέγει ο πατήρ Συμεών, για μια τέτοια κατάσταση.

Περεταίρω, ο π. Κραγιόπουλος αποδέχεται ότι ένα μέρος που αφορά τις ανακαλύψεις, τις έννοιες, την ορολογία της Ψυχανάλυσης, που θεμελίωσε ο Φρόυντ και προέκτειναν άλλοι, έχει αντικειμενική βάση και αξία. Για παράδειγμα, υπάρχει όντως και το ασυνείδητο, αλλά και οι απωθήσεις, οι τακτικές άμυνας του εαυτού κλπ, για τα οποία οι μεγάλοι Πατέρες φαινομενικά δεν είχαν μιλήσει, στην πραγματικότητα όμως, όπως έχουν καταδείξει και μερικές έρευνες, τα είχαν εν πολλοίς υπόψη. 


Ωστόσο, ο πατήρ Συμεών διαφοροποιείται από την Ψυχανάλυση, καθώς θεωρεί ότι, για την ανάπτυξη της ψυχικής νόσου, ρόλο παίζει και η ιδιοσυγκρασία  του κάθε ατόμου, η έμφυτη ικανότητα ή ανικανότητά του, να αντιμετωπίσει τα κατά την παιδική του ηλικία δύσκολα βιώματα. Το ίδιο βίωμα (πχ προβληματική οικογένεια με την ίδια περίπου ψυχοπαθολογία), το ένα παιδί θα το χειριστεί επιτυχώς και θα το ξεπεράσει, ενώ κάποιο άλλο παιδάκι δεν θα τα καταφέρει. (Θα ήθελα στο σημείο αυτό να πω ότι ο όρος «ιδιοσυγκρασία», ή αλλιώς «προδιάθεση», που έχει άλλωστε τόσο νόημα και ευρεία χρήση στην ιατρική που αφορά την σωματική πάθηση, δεν έχει νόημα να θεωρείται μυστικιστικός και να αποφεύγεται στην Ψυχολογία).
 

Η ψυχική αρρώστια λοιπόν υπάρχει, βρίσκεται «εκεί» και χρειάζεται θεραπεία. Από εδώ και πέρα αρχίζει ακόμη πιο μεγάλη διαφοροποίηση του π. Κραγιόπουλου από την Ψυχανάλυση. Ο Φρόυντ, λοιπόν, πιστεύει ότι κατά βάση η ψυχασθένεια  είναι μια διατάραξη της εσωτερικής ισορροπίας του ανθρώπου, η οποία προκύπτει  στην περίπτωση που δεν ικανοποιούνται βασικές ενορμήσεις και ένστικτα του ατόμου (η ανάγκη για ηδονή, η προσπάθεια για κυριαρχία και συμβολικό παραμερισμό του άλλου κλπ). Άπαξ και τα ένστικτα καταπιεστούν και απωθηθούν, προκύπτει η νεύρωση, και έπεται η ψύχωση. 

Μέσα σε αυτό το σύμπαν, η λογικότητα δεν θεωρείται παρά κάτι το δευτερεύον. Εξισώνεται με ένα θλιβερό συνώνυμο του εργαλειακού ορθολογισμού, μέσω του οποίου το άτομο περίπου αποκτά μια χρησιμοθηρική εικόνα για το περιβάλλον του, και τίποτε περισσότερο. Ακόμη χειρότερα, στον φροϋδισμό, θα ’λεγε κανείς ότι η λογικότητα πηγάζει μάλλον, είναι μια απέκκριση της όλης δομής αδήριτων αναγκών-ενστίκτων της ψυχικής ζωής του υποκειμένου. Αντιθέτως, για τον π. Κραγιόπουλο (ως προς το σημείο αυτό προσεγγίζει την γνωστική ψυχοθεραπεία), στην ψυχική ζωή πρωτεύει ο «νους», και μάλιστα με την φιλοκαλική του έννοια. Ο «νους», λοιπόν, αυτός ο «οφθαλμός» της ψυχής, το όργανο δηλαδή εκείνο με το οποίο συλλαμβάνουμε την πραγματικότητα, την «θεωρούμε», την στοχεύουμε προθετικά (με τον χουσερλιανό τρόπο), παίζει τεράστιο ρόλο στην θεραπεία.
 

Δεν θα πούμε πολλά εδώ για τον «νου», ελλείψει χώρου, πέρα από το ότι χάρη σε αυτόν αποκτά το υποκείμενο την ικανότητα να διερευνά ολόκληρη την εσωτερική ψυχική του ζωή («αυτοσυνείδηση»), να παρατηρεί, όπως βέβαια παραδέχονται και οι ψυχαναλυτές, τα αισθήματά του, τους φόβους, τις ανησυχίες, τις ελπίδες του κλπ. Δυνάμει ακριβώς της δυνατότητας για αυτοπαρατήρηση, μπορούμε και να  αντιληφθούμε ότι ψυχικώς νοσούμε, οπότε και καταφεύγουμε στον πνευματικό πατέρα, ή τον ειδικό.
 

Επιπροσθέτως, και εδώ βρίσκεται το κλειδί της σκέψης του π. Συμεών, ο νους είναι ελεύθερος, αυτόνομος, κατά βάση  ανεπηρέαστος ακόμη και από τα νομιζόμενα ως πλέον βασικά χαρακτηριστικά της ψυχικής ζωής ενός ατόμου, πχ την σεξουαλικότητα. Γίνεται δηλαδή κάποιο άτομο να έχει σοβαρή ψυχοπάθεια, ας πούμε μια κατάθλιψη, κάποια ψύχωση, και όμως κατά κανόνα  μπορεί κάλλιστα να «λογικεύεται», να αντιλαμβάνεται δηλαδή ότι, όντως, υπάρχει πρόβλημα, ότι χρειάζεται θεραπεία. Ακόμη και αυτός του οποίου η λογικότητα φαίνεται ενίοτε διαταραγμένη (σαν αυτούς που πήγαιναν στον Άγιο Παϊσιο και του έλεγαν ότι έχουν αφύσικο κεφάλι, «ολοστρόγγυλο σαν πορτοκάλι»), κάλλιστα εννοεί ότι έτσι είναι ο τρόπος που ο ίδιος βλέπει τα πράγματα, ωστόσο μάλλον κάτι δεν πάει καλά μέσα  του.
 

Επειδή τώρα ουσία της πνευματικής ζωής του ανθρώπου είναι ακριβώς ο νους,  η ψυχική νόσος αποτελεί, υπό αυτήν την έννοια, πάντα κάτι δευτερεύον (γι’ αυτό και δεν μυστικοποιείται, όπως στον Φρόυντ). Ας υποθέσω ότι πχ πάσχω από μανία καταδιώξεως, και πάλι, ωστόσο, αυτό που πρωτεύει είναι ότι δεν στερούμαι την βασική ικανότητα να εννοώ ότι όντως ο άλλος, αυτός που με «καταδιώκει», όντως υπάρχει, ενώ περαιτέρω, καταλαβαίνω σε έναν ικανοποιητικό βαθμό ότι αυτός ο άλλος είναι περίπου ο τάδε άνθρωπος, με την τάδε ιδιαιτερότητα κλπ. Η μανία καταδιώξεως δεν προέρχεται δηλαδή από τα αβυσσαλέα βάθη του εαυτού μου, δεν πρέπει να θεωρηθεί ως η πεμπτουσία του είναι μου: είναι απλά κάτι που ήρθε και «κόλλησε εκεί», και γι’ αυτό, πολύ απλά, μπορώ να το πετάξω από πάνω μου. Μπορώ να απαλλαγώ από αυτό, χωρίς ο ψυχισμός μου να υποστεί αναπηρία ή να χρειαστώ να αναμορφώσω ριζικά το είναι μου. (Υπάρχει βέβαια, για διαφόρους λόγους, η περίπτωση να μην λειτουργεί καθόλου ο νους, να μην αντιλαμβάνεται κανείς τι του λένε, αλλά αυτό είναι σπάνιο).

********
 
Τι πρέπει λοιπόν να γίνει σε μια τέτοια περίπτωση; Χρειάζεται, λέγει ο π. Συμεών, να «πιαστεί ο πάσχων από την πραγματικότητα». Αυτός που πήγε πχ στον άγιο Παϊσιο με το υποτιθέμενο «κεφάλι - πορτοκάλι», μπορεί να καταλάβει πολύ καλά τι θα πει η συμβουλή: «έτσι παρουσιάζει τα πράγματα το μυαλό σου, η ιδιοσυγκρασία σου, πιάσου από την πραγματικότητα και μην κρατάς αυτή την σκέψη». Ο εν λόγω ασθενής ξέρει βέβαια πολύ καλά και τι σημαίνει «κεφάλι» ως μέρος του ανθρωπίνου σώματος, τι θα πει σχήμα, ποιος είναι ο ρόλος της μεζούρας (με την οποία τον μετρούσε ο Άγιος κλπ). 
Το όλο ζήτημα, κατά τον π.  Συμεών, είναι να σκεφτεί κανείς ως εξής: «με την δική μου λογική, τον τρόπο που βλέπω τα πράγματα, έχω αποτύχει. Τα έκανα θάλασσα. Λίγο ως πολύ καταλαβαίνω ότι αυτός ο άνθρωπος, που έχω μπροστά μου, ο πνευματικός πατήρ, φαίνεται ότι όντως θέλει να με βοηθήσει, και βλέπει εντελώς διαφορετικά τα πράγματα. Πιο ουδέτερα στο κάτω-κάτω. Άρα και πιο ψύχραιμα. Τι χάνω να σταματήσω να εμπιστεύομαι τον τρόπο που εγώ βλέπω τα πράγματα, να τα αμφισβητήσω, και να αρχίσω να εμπιστεύομαι αυτά που μου λέγει ο πνευματικός πατήρ;». Με άλλα λόγια, πρέπει να σταματήσω να εμπιστεύομαι τον εαυτό μου.
 

Είναι αλήθεια επίσης, ότι γενικά, έστω κι αν υποφέρει κανείς από κάποια ψυχοπάθεια, έχει την δύναμη να εμπιστεύεται τον άλλο άνθρωπο, να ξέρει τι θα πει «εμπιστοσύνη», και μάλιστα όχι ως απλή ψυχολογική διαδικασία, άλλα ως βαθιά, υπαρξιακή κατάσταση. Η εμπιστοσύνη, όπως και κάθε βαθιά ανθρώπινη σχέση, έχει μιαν εκ-στατική έννοια, είναι ένα είδος υπερβατισμού. Έχουμε επίσης την ικανότητα, να καταλαβαίνουμε πολύ καλά πού κατά βάση πρέπει να απευθυνθούμε, πόσο κάποιος μπορεί και θέλει να μας βοηθήσει (γι’ αυτό και πολλοί άλλωστε πάνε σε συγκεκριμένους ψυχαναλυτές). Είναι ωστόσο γεγονός ότι πολλοί προσφεύγουν σε ψυχιάτρους, που κατά βάση θεραπεύουν σχεδόν αποκλείστηκα μέσω φαρμάκων (διαφοροποιούμενοι από τους ψυχαναλυτές). Ακόμη και τα φάρμακα, πάντως, σύμφωνα με τον π. Συμεών, ως ένα σημείο πράγματι βοηθούν, νορμαλοποιούν κάπως μια κατάσταση. Θα ήταν λάθος όμως να πιστεύει κανείς, ότι, δίχως να γίνει ουσιώδης δουλειά επί της εσωτερικής ζωής του πάσχοντος, θα εξαλειφθεί το πρόβλημα. 
 

Τι γίνεται λοιπόν όταν αποφασίσει κανείς, πέρα από τα φάρμακα, να «δουλέψει με τον εαυτό του»; Υπάρχει, ως γνωστόν, η οδός της Ψυχανάλυσης, η οποία λέγει τα εξής: τυχαίνει, ας πούμε, να έχεις κόμπλεξ κατωτερότητας. Για να το ξεπεράσεις, πρέπει να μεταφερθείς πίσω, στην παιδική σου ηλικία, μέσω μιας μακρόχρονης μάλιστα προσπάθειας να την επαναπροσεγγίσεις βιωματικά και ψυχοδυναμικά. Είναι πολύ πιθανόν να ευθύνεται για το όλο πρόβλημα το τάδε περιστατικό της παιδικής σου ηλικίας, ή ένα σύνολο περιστατικών, που σχετίζονται με τον τάδε χαρακτήρα του πατέρα ή της μητέρα σου, της μεταξύ τους αλληλοσυνύπαρξης, των δικών σου σκέψεων και μορφών συμπεριφοράς κλπ. 

Όλα αυτά συνυφαίνουν τον περίφημο ψυχαναλυτικό «ιστό» του ασθενούς, που πρέπει να ξεκαθαριστεί, να ξεμπλεχτεί, να αποσυνυφανθεί, με μια διαδικασία που θυμίζει κάπως το έργο του ντεντέκτιβ. Και μάλιστα, η όλη εργασία, καθώς προχωρεί, γίνεται με ένα αίσθημα έκδηλης ικανοποίησης εκ μέρους του ψυχαναλυτή για την ανακάλυψη του βαθύτερου, μυστικιστικού σχεδόν εαυτού, ενός καλά κρυμμένου μυστικού που κρύβει μια «συμπαντική» αλήθεια. Η Ψυχανάλυση, για να μιλήσουμε εδώ σύντομα, αποτελεί - σκέφτομαι εγώ - μορφή ημιθρησκείας.
 

Όπως ήδη όμως είπαμε, ο π.  Κραγιόπουλος απομυθοποιεί πλήρως την ψυχική ασθένεια. Η ψυχοπάθεια είναι ένα παράσιτο, δεν «λέγει» την αλήθεια, με την έννοια που δίνει στο ρήμα «λέγω» ο στρουκτουραλιστής φιλόσοφος Φουκώ. Χρειάζεται απλά να πεταχτεί, να φύγει.  Τίποτε άλλο. Για να φύγει λοιπόν, σύμφωνα με τον π. Συμεών, πρέπει ο πάσχων να αρχίσει να εφαρμόζει την συμβουλή: «μην δίνεις σημασία σε όσα λέγει η ψυχική νόσος». Άρχισε δηλαδή να μην ακούς αυτά που σου λέγει η ψυχοπάθεια, ότι δηλαδή δεν έχεις φυσιολογική εξωτερική μορφή, ότι είσαι κατώτερος από τους άλλους, ότι πρέπει να  ντρέπεσαι για τον εαυτό σου κλπ.
 

Είναι γεγονός ότι η ψυχική νόσος, μολονότι έχει βαθύτερα αίτια, εκβάλλει πάντα στο συνειδητό υπό μορφή «λογισμών», παραλόγων σκέψεων. Όποιος έχει, για παράδειγμα, αίσθημα κατωτερότητας, θα σκεφτεί οπωσδήποτε «είμαι κατώτερος από τους άλλους. Πόσο φοβερό είναι αυτό. Πόσο οδυνηρό». Πρωτίστως, η ψυχοπάθεια γεννά σκέψεις- αυτό το γνωρίζει κάθε ψυχολόγος-, και οι σκέψεις αυτές πυροδοτούν αυτές ή εκείνες τις μορφές συμπεριφοράς. Οι αρρωστημένες αυτές σκέψεις δεν αποκαλύπτουν ωστόσο πάντα την ακριβή αιτία που έχει γεννηθεί η όλη προβληματική συμπεριφορά, η ψυχική νόσος. Μπορεί κάποιος πχ να έχει αισθήματα κατωτερότητας για τον χ λόγο, ωστόσο αυτό που τώρα σκέπτεται δεν έχει φαινομενικά, εξωτερικά, καμία σχέση με την πραγματική, συνήθως απομακρυσμένη στον χρόνο, αιτία του όλου προβλήματος. Ωστόσο, οι σκέψεις αυτές πράγματι υπάρχουν, και από εδώ ξεκινά η θεραπεία.
 

Όταν λοιπόν κανείς αρχίζει να μην «δίνει σημασία» στις αρρωστημένες αυτές σκέψεις, γιατί «έχει πιαστεί από την πραγματικότητα», οι σκέψεις αυτές αρχικά «φουντώνουν», θεριεύουν, γιατί είναι συνυφασμένες χρόνια τώρα με τον ψυχισμό. Αυτός που πιστεύει, λχ, ότι είναι κατώτερος από όλους, αν αποστασιοποιηθεί από αυτόν τον λογισμό, θα αισθανθεί αρχικά να χάνει τον κόσμο κάτω από τα πόδια του. Ολόκληρο το σύστημα του εαυτού, που είχε χτισθεί πάνω σε τούτη την ψευδαίσθηση (γιατί, λέγει ο π. Συμεών, ο πάσχων είχε αναπτύξει και τρόπους να «βολεύει» την όλη κατάσταση, πχ να αποφεύγει αυτό ή εκείνο το πράγμα, να προβάλλει πιθανόν μια κάποια ικανότητά του, ένα ταλέντο του σε κάτι) καταρρέει. «Μην φοβηθείς» τότε, λέγει ο πατήρ Συμεών, «μην τρομάξεις». Όσο πιο πολύ δεν τρομάξεις, τόσο τα αρρωστημένα πράγματα θα φύγουν από πάνω σου. Ποιος κάθεται κάπου αν δεν του δίνει κανείς σημασία;

Ωστόσο, για να θεραπευτεί κανείς, είναι ανάγκη, όπως είπαμε, να εμπιστευτεί «κάποιον που ξέρει από αυτά», δηλαδή κάποιον πνευματικό πατέρα με ανάλογη πείρα (συνήθως, γράφει ο π.  Συμεών, πιο εύκολα εμπιστεύεσαι το ράσο). Πρέπει λοιπόν να διέλθει το άτομο την οδό της φιλοκαλικής «υπακοής», η οποία με μια έννοια είναι η ακρότατη μορφή εμπιστοσύνης. Υπάρχουν και σήμερα, και όχι μόνο εντός Αγίου Όρους, φωτισμένοι πνευματικοί πατέρες που γνωρίζουν πώς λειτουργούν τα πάθη, οι λογισμοί, οι αρρωστημένες καταστάσεις. Και έτσι λοιπόν, οπωσδήποτε η ασθένεια θα αρχίσει να αποκαλύπτει ολοένα και πιο βαθιά τα μυστικά της κατά την πορεία της υπακοής. 


Ας πάρουμε το παράδειγμα της αδηφαγίας, που οφείλεται στην αδυναμία επικοινωνίας με τους άλλους: είναι απολύτως βέβαιο ότι μόλις αρχίσει να υπακούει κανείς στον πνευματικό του πατέρα, θα φανεί αμέσως το πρόβλημα. Πχ ο πάσχων πιθανόν να δυσκολεύεται να ανεχτεί τον άλλον, να τον αποδεχτεί όπως είναι, να μην μπορεί να συγχωρεί κλπ. Δεν είναι απαραίτητο η όλη ψυχοπαθολογία να οφείλεται σε κάποιο σφάλμα, κάποια αμαρτία του ασθενούς. Μπορεί  να είναι και κάποιο παλιό βίωμα που ο ίδιος αδυνάτησε να επεξεργαστεί δημιουργικά, κάποια μορφή βίας, υπερβολικής αυστηρότητας ακόμη και έναντι του εαυτού, κάποια καταναγκαστική υιοθέτηση αρρωστημένης μορφής συμπεριφοράς που διαιωνίζεται αθέλητα κλπ. Όπως και να είναι, στο βάθος, και εδώ είναι όλη η ουσία, υπάρχει κρυμμένος εγωισμός, υπερηφάνεια. Πχ όχι μόνο το σύμπλεγμα ανωτερότητας, αλλά και κατωτερότητας είναι εγωισμός. «Κάποιος είναι βουλιαγμένος», διαβάζουμε στον π.  Συμεών, «στην μελαγχολία και δεν βγαίνει από ’κει. Καίτοι το διαισθάνεται ότι αν βγει, λυτρώνεται, δεν βγαίνει. Τι έρωτας είναι αυτός με την μελαγχολία του, με την κόλασή του! Τα άρρωστα πράγματα έχουν πολύ δύναμη.» 

Η «φιλαυτία», η αρρωστημένη δηλαδή αγάπη για τον εαυτό, εκδηλώνεται με χιλίους δυο τρόπους: «άλλοτε εκδηλώνεται σαν ένας φόβος μην πάθουμε τίποτα, σαν μια ανησυχία, μια ανασφάλεια, μια μοναξιά, άλλοτε πάλι  σαν επιθυμία μη χάσω τούτο, μη χάσω εκείνο, να προλάβω το ένα, να προλάβω το άλλο, άλλοτε μη δε πάνε καλά τα πράγματα στη ζωή, μη δεν πετύχω, μην πέσω έξω, μη με γελάσουν, τι θα κάνω». Οι ανασφάλειες δηλαδή, οι φόβοι μήπως τυχόν είμαι πχ κατώτερος από τους άλλους, μήπως δεν έχω αυτό ή εκείνο το πλεονέκτημα, είναι στην ουσία εγωισμός. «Άπαξ και ταπεινωθεί κανείς, όλα αυτά έφυγαν», διδάσκει ο πατήρ. Το μέγα μυστικό είναι η ταπείνωση.
 

Στην υπακοή λοιπόν αρχίζει να ανακαλύπτει κανείς τα θεμέλια του εγωισμού του, και να αναμορφώνεται. Δεν χρειάζεται ο πάσχων, μας λέγει ο πατήρ, να γίνει άγιος, προκειμένου να λυτρωθεί. «Πάρε εσύ σωστή στάση», γράφει, «και τα πράγματα θα διορθωθούν». Η σωστή στάση έγκειται, επαναλαμβάνουμε, στο ότι σταματά κανείς να εμπιστεύεται τον εαυτό του, τον τρόπο που βλέπει ο ίδιος τα πράγματα, και εμπιστεύεται τον άλλο. Αυτό άλλωστε επιφέρει οπωσδήποτε μια ψυχολογική ανακούφιση, μια λύτρωση. Παύει κανείς να αγχώνεται από τον λογισμό, να συνδιαλέγεται μαζί του, να προσπαθεί να βρει αντεπιχειρήματα κλπ (και μάλιστα, όπως διαβάζουμε, μπορεί ακόμη να φτάσει και να διασκεδάσει το πράγμα: «τι χάνω να είμαι ο κατώτερος; Ας είναι οι άλλοι πάνω από το τραπέζι, και εγώ από κάτω. Γιατί να βρίσκονται όλοι στην ίδια θέση; Δεν πειράζει, ας υπάρξει λίγη ποικιλία»). Ωστόσο, λυτρώνεται και πνευματικά κανείς, δηλαδή πιο ουσιαστικά. 

Είναι απολύτως βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα θα εντοπίσει πού ακριβώς βρίσκεται το σφάλμα, και τούτο γιατί η ψυχική ζωή αποτελεί ένα ενιαίο όλο. Δεν υπάρχει περίπτωση οτιδήποτε θετικό ή αρνητικό, ο εγωισμός ή η ταπείνωση, να μην αντανακλάται στα πάντα, στις σκέψεις, στα συναισθήματα, στις συγκινήσεις, στις πράξεις, στις μορφές συμπεριφοράς, στην όλη ζωή του πιστού. Και μπορεί η βαθύτερη αιτία να είναι κατ’ ουσίαν, όπως είπαμε, τελείως άσχετη με αυτό που φαίνεται αρχικά: πχ η αιτία που τρως πολύ να σχετίζεται με κάτι που δεν αφορά καθόλου το φαγητό.
 

Περαιτέρω, η όλη θεραπεία του πάσχοντος συνυφαίνεται με μια πορεία ηθικοποίησης του ατόμου. Δεν μιλάμε ασφαλώς για μια εξωτερική συμμόρφωση με διάφορες ηθικές επιταγές, μιλάμε για την πιο βαθιά μορφή ηθικότητας, που σχετίζεται με την ουσία της πνευματικής, της ανθρώπινης εν γένει ζωής: αγάπη και ταπείνωση. Και μόνο που θα εμπιστευτεί ο νοσών αυτόν που καταλαβαίνει ότι μπορεί να τον βοηθήσει, «που ξέρει από αυτά τα πράγματα», και αρχίζει να υιοθετεί τον δικό του τρόπο που βλέπει τα πράγματα, ήδη απολυτρώνεται από τον εγωισμό του. Το να αποστασιοποιηθεί το άτομο από όλους αυτούς τους λογισμούς που είχαν γίνει, τρόπον τινά, δεύτερη φύση του, θέλει θυσιαστικό πνεύμα. Ωστόσο, όλη η ουσία έγκειται εκεί, στην υπακοή, στο να μάθει κανείς να υπ-ακούει, να ενωτίζεται δηλαδή τον άλλον.

********

Πάντως, η όλη αυτή διδασκαλία του π. Συμεών έχει και μια βαθιά φιλοσοφική αξία: μέσω της υπακοής, ο ασθενής απαρνείται ένας ολόκληρο κόσμο αισθημάτων, ένα σύμπαν λεπτοφυών πιθανώς και καλά ενορχηστρωμένων συλλογιστικών διαδικασιών, μορφές υποτιθέμενης «αισθαντικότητας» (η αισθαντικότητα του μελαγχολικού) και «αισθητικής του αρρωστημένου» (πχ το αρρωστημένο ως Τέχνη). Όλα αυτά απομυθοποιούνται, προς όφελος του «αδράγματος από το πραγματικό», το οποίο συνήθως και είναι απλό. Αντί δηλαδή για μια ωραιοποίηση, και μάλιστα αισθητική μυθοποίηση της κατάθλιψης, ο ασθενής σκέπτεται: «η πραγματικότητα λέγει ότι η χαρά, και όχι η θλίψη είναι το υγιές. Αυτήν και πρέπει να αναζητώ». 


Η απλότητα λοιπόν που διακρίνει την πραγματικότητα, που δεν γνωρίζει όλες εκείνες τις μυστηριώδεις και αλλόκοτες ατραπούς της ψυχασθένειας (γιατί στον αρρωστημένο, λέγει ο πατήρ, όλα είναι περίεργα, παράξενα, ιδιότροπα, αλλόκοτα) καταστρέφει ένα ολόκληρο φαντασιακό σύμπαν, το οποίο ο  σύγχρονος άνθρωπος (συμπεριλαμβανομένων ορισμένων μορφών λογοτεχνίας) έχει μάθει να λατρεύει. «Είμαι τα αισθήματά μου», λέγουν πολλοί, έστω κι αν αυτά είναι αρρωστημένα. Είναι δύσκολο κανείς να στραφεί προς το απλό, καθώς μάλιστα ο νοσών πιθανόν να μην γνωρίζει, να έχει δηλαδή αποξεχάσει, το κάλλος της χαράς. Η απλότητα, η χαρά είναι αυτό που πρέπει να αποζητούμε, και είναι γεμάτος κατάθλιψη ο σύγχρονος κόσμος που με το στόμα του Ουμπέρτο Έκο λέγει: «δεν υπάρχει μεγαλύτερη  ανοησία από το να αποζητά κανείς την ευτυχία». Ζούμε, είναι αλήθεια, στον αιώνα της κατάθλιψης.
 

Από ένα σημείο πάντως και έπειτα, ο άνθρωπος, αρκετά θεραπευμένος (συνήθως λέγει ο π. Συμεών ότι ένα μικρό υπόλειμμα μένει, για να κρατά τον άνθρωπο μακριά από τον εγωισμό), προχωρεί κανείς στην πορεία του προσωπικού του αγιασμού. Τότε πράγματι, μπορεί κανείς να επικεντρωθεί πιο εύκολα στον αγώνα ενάντια στα πάθη. Ήδη όμως, κάνοντας υπακοή και παύοντας να εμπιστεύεται τον εαυτό του, έχει ωφεληθεί από πνευματική άποψη πάρα πολύ. Ακόμη και άνθρωποι που έχουν λχ μελαγχολική ιδιοσυγκρασία, αν πάρουν την σωστή στάση, όπως είπαμε, «έχουν μπροστά τους έτοιμη την μετάνοια. Ο μελαγχολικός φτάνει σε μια μετάνοια για  την οποία παλεύει ο άλλος δεκαετίες και δεν την φτάνει ποτέ. Και συ έχεις έτοιμη μετάνοια». Προχωρεί λοιπόν κανείς στον προσωπικό του αγιασμό, σύμφωνα πάντα με την ατομική του προαίρεση, ελευθερία.

**********

Σκιαγράφησα ένα μικρότατο, απειροελάχιστο μέρος της διδασκαλίας του π. Συμεών για την ψυχική νόσο[1]. Τα έργα του, μολονότι φαίνονται απλά, κρύβουν  απίστευτο αγιοπνευματικό πλούτο και εμπειρία. Ο π. Συμεών, ας μου συγχωρηθεί η τόλμη (εκφράζω όμως και την πεποίθηση πολλών άλλων), είναι ένας αληθινός, σύγχρονος θεοφόρος Πατέρας της Εκκλησίας.


[1] Το βασικό βιβλίο του π. Συμεών για αυτό το θέμα είναι το «Πάντα συνεργεί εις αγαθόν. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και άλλες ψυχοπαθολογικές καταστάσεις μέσα στο μυστήριο της σωτηρίας». Άκρως σημαντικό είναι και το «Υπακοή. Το σύγχρονο χάρισμα», άλλα και πολλά ακόμη βιβλία. Είναι όλα εκδόσεις του Γυναικείου Ησυχαστηρίου «Το Γενέσιον της Θεοτόκου» (Πανόραμα Θες/κης), ενώ πρέπει να πούμε ότι, όπως είναι φυσικό για την σύγχρονη Ελλάδα, δεν δόθηκε στο έργο του π. Συμεών Κραγιοπούλου η δημοσιότητα που του άξιζε.
 
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Μανώλη Πολυμέρη.

Και:
Ζαν Κλωντ Larcet Η θεραπευτική των πνευματικών νοσημάτων